Η μετά θάνατον ζωή του εμπορεύματος

To Christina the Astonishing αποτελεί ταυτόχρονα ένα εξαιρετικό τραγούδι των Nick Cave and the Bad Seeds αλλά και συναξάρι της Αγίας [για την Καθολική Εκκλησία] Χριστίνας της Εκπληκτικής [;], η οποία έζησε τον 12ο αιώνα, πέθανε, στα 22 της χρόνια, κατά τη διάρκεια μιας επιληπτικής κρίσης, αναστήθηκε εκ νεκρών, για να πεθάνει για δεύτερη φορά [και οριστικά;] στα 74 της χρόνια. Τα του [δεύτερου, αγίου] βίου της τα ακούτε και τα διαβάζετε στους στίχους του τραγουδιού. Θαύματα και πράματα εκ μέρους της, στον αγώνα που έδωσε ενάντια στη δυσοσμία της ανθρώπινης αμαρτίας…

[Υπενθυμίζω ότι ο Nick Cave υπήρξε στο παρελθόν αυτό που θα λέγαμε «αναγεννημένος χριστιανός». Σήμερα έχει διαχωρίσει τη θέση του από τον χριστιανισμό, παραμένοντας, ωστόσο, ντεϊστής – ή όπως αλλιώς το λένε.]

_ _ _ _ _ _ _ _ _

Πάμε παρακάτω.

_ _ _ _ _ _ _ _ _

Το ξέρω, βρε κουτά, ότι με λατρεύετε γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο: γιατί συνδέω τις βαθύτερες μεταφυσικές ανησυχίες μας με τον πιο χυδαίο υλισμό, μέσα στη δυσοσμία του οποίου μάς έχουν καταδικάσει να ζούμε.

Και σας ερωτώ: Τι θα ήταν η Αγία Χριστίνα η Εκπληκτική [μεγάλη η χάρη της!] αν δεν είχε αναστηθεί;

Απαντώ: Ένα τίποτα!

Και ξαναερωτώ: Τι θα ήταν ο Ιησούς αν δεν είχε αναστηθεί;

Απαντώ: ένας ακόμα άγνωστος δάσκαλος, ένας γκουρού του συρμού…

_ _ _ _ _ _ _ _ _

Συνεχίζουμε.

_ _ _ _ _ _ _ _ _

Υπάρχει μετά θάνατον ζωή ή εκ νεκρών έγερση για τα εμπορεύματα; Και πότε πεθαίνουν άραγε τα εμπορεύματα;

Μια χυδαία -μεταφυσική- προσέγγιση αυτού του βαθέος ερωτήματος θα ήταν η εξής: τα εμπορεύματα πεθαίνουν όταν αχρηστεύονται, όταν φθείρονται και δεν έχουν καμία αξία χρήσης, όταν καταλήγουν στον όποιο ΧΥΤΑ. Και πως η ανάστασή τους δεν είναι παρά η επισκευή κάποιων δυσλειτουργούντων αντικειμένων που, στη συνέχεια, επαναχρησιμοποιούνται.

Αδελφές και Αδελφοί μου! Σταματήστε επιτέλους να κυλίεστε στον βούρκο της αμαρτίας!

Ερωτώ: Τι είναι το Εμπόρευμα [μεγάλη η χάρη Του!] πριν πουληθεί;

Και απαντώ: Ένα τίποτα!

Διότι μία και μόνον μία είναι η θεϊκή κοινωνική αποστολή Του: η πώλησή Του.

Την υπεραγία στιγμή της πώλησης του Εμπορεύματος ένα διπλό [;] θαύμα λαμβάνει χώρα ενώπιον των οφθαλμών μας, αγαπητές [εν Εμπορεύματι] αδελφές και αγαπητοί [εν Εμπορεύματι] αδελφοί:

  • Το Εμπόρευμα πεθαίνει [ερχόμενο σε επαφή με τον ιό του χρήματος],
  • και, ταυτόχρονα, «ανασταίνεται»! Πρόκειται όμως για ψευδο-ανάσταση, για ένα σημάδι του Εξαποδώ, ο οποίος το μόνο που επιθυμεί είναι να μας παρασύρει στον κόσμο της πιο χυδαίας αμαρτίας. Το Εμπόρευμα από τη στιγμή που θα έρθει σε επαφή με το χρήμα πεθαίνει. Οριστικά! Χάνει για πάντα [δυστυχώς!] τη διπλή θεϊκή ουσία Του. Από αξία χρήσης και αξία ανταλλαγής μετατρέπεται μόνον σε αξία χρήσης. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η ύπαρξή του χάνει κάθε νόημα. Εισέρχεται για πάντα στον υλικό κόσμο της αμαρτίας, τον κόσμο της δυσοσμίας, και παραμένει για πάντα μέσα στο Σκότος, στο Έρεβος της ανυπαρξίας!  Μέσα στην απόλυτη απουσία του!

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _

Δυστυχώς, αδελφές και αδελφοί μου, το Εμπόρευμα πεθαίνει μόνον μια φορά

Το γεγονός ότι δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή για το εμπόρευμα αποδεικνύει πως αποτελεί μια ψεύτικη, μια διαβολική, μια σκοτεινή ψευδοθεότητα.

Και δεν αποτελεί παρά δικό μας δημιούργημα.

Ας το απαλλάξουμε από την αισχρή ύπαρξή του.

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _

Οι πολλές αναλογίες μεταξύ […] και […] δεν μού διέφυγαν. Απλά, δεν θέλησα να εμπλακώ σε τσιτατολογίες για τις πραγματικές ρίζες του εμπορεύματος και του τρόπου παραγωγής που το γέννησε. «Φταίγαν» οι προτεστάντες [Μαξ Βέμπερ]; «Φταίγαν» οι εβραίοι [Βέρνερ Ζόμπαρτ]; «Φταίγαν» οι κοντοτιέροι [Ρόμπερτ Κουρτς]; Συνέβη. Αν και μόνον τα τελευταία χρόνια αναζητούνται, με κάποια συνέπεια, οι ιστορικές ρίζες αυτών των φαινομένων. Βλέπετε, τα πραγματικά ερωτήματα τίθενται μόνον μετά το τέλος των «ιστορικών αναγκαιοτήτων».

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _

ΥΓ. [επί προσωπικού]: Μόλις «γύρισα» από το «εξοχικό» μου. Αλλά, μάλλον, δεν θα «επιστρέψω» ποτέ.

Ένας άλλος, πέραν των τριών προαναφερθέντων, Γερμανός στοχαστής, ο Ιμάνουελ Καντ [22 Απριλίου 1724 – 12 Φεβρουαρίου 1804] δεν εγκατέλειψε ποτέ το Καίνιξμπεργκ, την πόλη στην οποία γεννήθηκε. «Κανένα ταξίδι, ούτε στη Γερμανία ούτε στο εξωτερικό: περίεργη ζωή, αν σκεφτεί κανείς ότι τα τρία πέμπτα από τα βιβλία της βιβλιοθήκης του αναφέρονται σε ταξιδιωτικές περιγραφές.» [Πηγή]

Τα τελευταία λόγια του Καντ, λίγο πριν πεθάνει στα ογδόντα του, ήταν: «Es ist gut.»

Κάποτε έγραψα, αναφερόμενος στον… ταξιδιώτη που κρύβω μέσα μου, πως «δύσκολα φεύγω, κι ακόμα πιο δύσκολα επιστρέφω».

Σήμερα, αντιγράφοντας τα τελευταία λόγια του -«ταξιδιώτη»- Καντ θα προσέθετα κι ένα ερωτηματικό:

«Όλα καλώς;»

Δεν είναι αυτά τα τελευταία μου λόγια.

Advertisements
  1. Χρηστος Κ.
    20 Απριλίου 2011 στο 9:46 πμ

    Ο Νικολας εχει πει και το fifteen feet of pure white snow. Εχει καποιο νοημα υπερβατικο κι αυτο? 😉

  2. 20 Απριλίου 2011 στο 10:25 πμ

    Και με τα μεταχειρισμένα, τι γίνεται; Ζόμπι είναι;
    😀

  3. 20 Απριλίου 2011 στο 10:46 πμ

    τι θα πει πέθανε οριστικά?
    τίποτε δεν είναι οριστικό,
    θα έχει τουλάχιστον μία ακόμη ευκαιρία
    ανάστασης στο μέλλον,
    και βλέπουμε…

    για τα εμπορεύματα τώρα:
    αγοράζονται, και στην συνέχεια, χαρίζονται, δανείζονται,
    επαναχρησιμοποιούνται και ανακυκλώνονται ποικιλοτρόπως,
    μέχρις τελικής φθοράς..

    [κακόγουστο το τροπάριο του Nick !]

  4. 20 Απριλίου 2011 στο 12:49 μμ

    To θεμα δεν ειναι τελικα αν πεθαινει κατι.Το θεμα ειναι αν ποτε υπηρξε τελικα .
    Με αυτη την ενοια το Πασχα το ‘περασμα’ δηλαδη αποκτα σημασια,σαν κατι δημιουργημενο επι τουτου για να ορισει το γεγονος της ζωης…
    Το εμπορευμα ειναιαποδειξη ‘υπαρξης’ για εμας τους δυστυχισμενους.

  5. 21 Απριλίου 2011 στο 12:41 μμ

    @ Χρηστος Κ.

    Doctor, Doctor
    I’m going mad
    This is the worst day
    I’ve ever had
    I can’t remember
    Ever feeling this bad
    Under fifteen feet of pure white snow

    Μεσ’ στην… ασπρίλα τα τραγούδια που ακούμε. Ο Νικόλας ήταν από τους αγαπημένους μου κάποτε και για χρόνια [και τώρα τον ακούω… ευχάριστα απελπισμένος]. Κάποτε ερχόταν και για καμιά συναυλία, μέχρι που μια φορά στον Λυκαβηττό είχαμε φάει όλοι [κι αυτός κι εμείς] τέτοιο ξενέρωμα, που δεν ξανάρθε [νομίζω]. Ήταν από κείνες τις βραδιές, τις… ολόλευκες…

    _ _ _ _ _ _ _ _

    @ Vrennus

    Πολύ καλή ερώτηση, αλλά δεν έχω την απάντηση. Ίσως να είναι κάτι σαν τους «κατεχόμενους» στην «Αυγή της Νύχτας» του Χάμιλτον [η αγαπημένη μου space opera εσχάτως].

    _ _ _ _ _ _ _ _

    @ L’Enfant de la Haute Mer

    Α! Αγαπητή μου. Όχι και κακόγουστο το τροπάριο του Νικ. Εδώ θα τα χαλάσουμε. Προφανώς είστε από εκείνους που λατρεύουν τους νεωτερικούς και ουχί τους αγνούς ανθρώπους του μεσαιώνος. Και πόσες ακόμα παρόμοιες ιστορίες τους χάθηκαν στο χρόνο όπως τα δάκρυα στη βροχή…

    _ _ _ _ _ _ _ _ _

    @ ζαχαρη

    Τα θέματα που θέτετε με ξεπερνούν. Απλά δεν ξέρω. Συμφωνώ πως το εμπόρευμα είναι απόδειξη «ύπαρξης» για εμάς τους δυστυχισμένους. Και γινόμαστε ακόμα πιο δυστυχισμένοι όταν παρακολουθούμε, με μανία ενίοτε, τα εμπορεύματα να «πεθαίνουν» στο shopping therapy.

    _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

    @ όλους

    Καλημέεεερρραααααααααααααααααααααααααααααααα!!!!!!!!!!!!!!!!

  6. Χρηστος Κ.
    21 Απριλίου 2011 στο 1:11 μμ

    Τοτε σιγουρα καποια συναυλια θα την ειδαμε μαζι.

  7. 21 Απριλίου 2011 στο 1:24 μμ

    @ Χρηστος Κ.

    Ραντεβού στην επόμενη! 😉

  8. Χρηστος Κ.
    21 Απριλίου 2011 στο 1:29 μμ

    Θα προτιμουσα να τον δω σαν Grinderman. Κι επισης χωρις να πληρωσω. Ζηταω πολλα?

  9. 21 Απριλίου 2011 στο 1:41 μμ

    Ναι! Ναι!

    Λοιπόν, με τον Σκλαβούνο θυμήθηκα και την παρακάτω διασκεδαστική ιστορία.

    Ο ξάδελφος μιας ξαδέλφης μου [από το άλλο σόι] είναι μουσικός, που έτυχε να γεννηθεί στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού [κακούργα μετανάστευση…] Είχε έρθει κάποτε στην Ελλάδα για μια συναυλία στο «Ρόδον» [δεν γράφω το όνομά του, μην το ανακαλύψουν οι συγγενείς μου και πλακώσουν εδώ μέσα για «να διαβάσουν κάτι ενδιαφέρον»].

    Τίγκα το «Ρόδον» από τη -σχετική- πιτσιρικαρία, και πίσω-πίσω γρουπς! δραματική άνοδος του μέσου όρου ηλικίας: δύο θείες του καλλιτέχνη [κι ένας θείος του]. Η μία κρατούσε κυτίον με κουραμπιέδες/μελομακάρονα και η άλλη με δίπλες. «Για το παιδί!». 😆 Ήταν γιορτές…

  10. Χρηστος Κ.
    21 Απριλίου 2011 στο 1:48 μμ

    Να σκεφτω οτι ηταν οι Green on Red ή οι Cramps? Μπορει παλι να ηταν οι Gun Club. Ισως και ο Cippolina.

  11. 21 Απριλίου 2011 στο 1:53 μμ

    Ο καλλιτέχνης μιλώντας για τη μαγειρική της μαμάς του:

    God, I still remember a dish she used to make, a soup called pacha. It consisted mainly of boiling a sheep’s head in a large pot for a long time. The last thing you wanted to do was lift the lid of the pot and see the sheep’s head, eyes looking right at you. My mother had funky country ways.

  12. 21 Απριλίου 2011 στο 1:56 μμ

    και εμενα με ξεπερνουν…και ετσι αισθανομαι ασφαλεια μεσα στην μηδαμινοτητα μου!
    Καλο Πασχα (περασμα) 🙂

  13. 21 Απριλίου 2011 στο 1:57 μμ

    φταίω εγώ τώρα να μαρτυρήσω το όνομα….
    που δεν κάθεστε να περάσετε τις διορθώσεις,
    και μας αποσπάτε την προσοχή !
    «MANY YEARS!»

  14. 21 Απριλίου 2011 στο 2:02 μμ

    @ ζαχαρη

    Πού τέτοια τύχη! Μηδαμινός και μη ασφαλής [όχι ανασφαλής, πάντως].

    Καλά περάσματα!

    ΥΓ. «Για τα περάσματα που δεν βρέθηκαν ποτέ», έλεγε ένας φίλος παλιά, και το ‘χε κάνει και υπότιτλο… Έχει και γενέθλια αύριο. Να τον θυμηθώ.

  15. 21 Απριλίου 2011 στο 2:06 μμ

    @ L’Enfant de la Haute Mer

    Αχ! Μην μου το κάνετε αυτό! [Και πλακώσουν οι ακατανόμαστοι.]

    Λοιπόν για να σας καλοπιάσω, ακόμα μία ιστοριούλα. Στη συνέντευξη το όνομα του δεύτερου χωριού είναι λάθος. Πάντως η «Τρύπα» υπάρχει, και όπως ισχυριζόταν ο -συναυλιακός- θείος του καλλιτέχνη, που ήταν και αντάρτης, εκεί μέσα έριχναν τους «αντεπαναστάτες» που είχαν… αποχαιρετήσει με κονσερβοκούτι. [Μπρρρρρ!] Έτσι έλεγε. Δεν ξέρω αν ήταν αλήθεια.

    ΥΓ. Ναι! Ναι! Τις διορθώσεις! Να τις θυμηθώ! 🙂

  16. 21 Απριλίου 2011 στο 2:10 μμ

    για να μην σας περάσει η ιδέα ότι μπλοφάρω:
    το 1991 δεν ήταν το Live In Athens στο ΡΟΔΟΝ?
    ωραία η ιστοριούλα!
    (θέλω άλλη μία για να σιωπήσω)

  17. Χρηστος Κ.
    21 Απριλίου 2011 στο 2:19 μμ

    Μηπως επαιζε με την σχωρεμενη τηην Janis? Νομιζω οτι ηταν το 89-90 η συναυλια.
    Αν δεν πεις κι αλλη ιστοριουλα θα το πω εγω

  18. 21 Απριλίου 2011 στο 2:21 μμ

    Χρηστος Κ.,
    :))
    μάλλον προσπαθεί να επινοήσει μία !

  19. 21 Απριλίου 2011 στο 2:23 μμ

    άλλωστε,
    αν αργήσει,
    μπορούμε να αντιγράψουμε μερικές
    από το επίσημο site του καλλιτέχνη!

  20. 21 Απριλίου 2011 στο 2:26 μμ

    @ L’Enfant de la Haute Mer

    Το ’91 ήταν; Δεν το θυμόμουνα. Ήμουνα μικρός τότε 😉 Και όχι δεν μού πέρασε τέτοια ιδέα.

    Στυγνή εκβιάστρια! Στυγνότατη!

    Ακόμη μία, στην οποία δεν εμπλέκεται άμεσα ο καλλιτέχνης, αλλά δείχνει την… πίκρα και κυρίως το γέλιο της «ξενητιάς». Κάποτε, στα μέσα των σέβεντις, είχε έρθει στην Αθήνα ή η θεία ή η μητέρα του καλλιτέχνη [δεν θυμάμαι καλά. ή ήμουν μικρός τότε ή δεν είχα καν γεννηθεί. Ούτε κι αυτό το θυμάμαι…]

    Χίλτον για τη «θεία από το Σικάγο» και λοιπά μεγαλεία για τους λοιπούς συγγενείς… Κάποιο διάστημα μετά, η αδελφή μου τηλεφωνεί στη θεία [αυτή με τα μελομακάρονα/κουραμπιέδες] και παριστάνει την «θεία από το Σικάγο» [με προφορά pencil και τη γόμα στο στόμα]. Ευτυχώς, που επενέβησαν οι «μεγάλες δυνάμεις» [μαμά] κι η αδελφή μου σε πέντε λεπτά ξαναπαίρνει τηλέφωνο, αλλά καμία απάντηση. «Τρέχα», λέει η μαμά. Τρέχει κι η αδελφή μου και πετυχαίνει τη θεία στο δρόμο [μέναμε σχεδόν δίπλα] ντυμένη, στολισμένη [χωρίς όμως κουραμπιέδες] έτοιμη για το Χίλτον. Γελάμε ακόμα.

  21. 21 Απριλίου 2011 στο 2:28 μμ

    εντάξει, θα σιωπήσω για πάντα !
    (άλλωστε και οι δικές μου πληροφορίες στο Σικάγο αναφέρονται)

  22. 21 Απριλίου 2011 στο 2:30 μμ

    Α! Εδώ μιλάμε για ολόκληρη συμμορία εκβιαστών [απ’ το Σικάγο]! Αίσχος!

    Για μία συμφωνήσαμε! Αν δεν ήσασταν όλοι σας τόσο στυγνοί εκβιαστές, θα σας έλεγα κι άλλες. Κι επειδή δεν έχω καλή μνήμη, θα έπαιρνα την ξαδέλφη μου τηλ. να μάθω. Αν και νομίζω πως θα κατέβαινε σήμερα στο χωριό, που λέγαμε, για Πάσχα. Άρα οδηγεί και δεν ομιλεί. Είστε άτυχοι!

  23. 21 Απριλίου 2011 στο 2:33 μμ

    είπαμε:
    η ιστοσελίδα του καλλιτέχνη είναι γεμάτη ιστοριούλες !
    Να παραθέσω το link?
    (Σικάγο έχουμε γίνει!)

  24. 21 Απριλίου 2011 στο 2:34 μμ

    @ L’Enfant de la Haute Mer

    Ας το πάρει το ποτάμι!

  25. 21 Απριλίου 2011 στο 2:34 μμ

    μεγαλούτσικη πρέπει να είναι και η ξαδέλφη,
    μάλλον δεν θα θυμάται !

  26. 21 Απριλίου 2011 στο 2:40 μμ

    έχω δώσει τον λόγο μου: Nick «The Greek» !

  27. 21 Απριλίου 2011 στο 3:02 μμ

    Μεγαλούτσικη μεν, θυμάται δε. Είναι απ’ τις οικογένειες που λένε συνέχεια τις οικογενειακές ιστορίες, για να μην τις ξεχάσουν, και… χάσουν τις ρίζες τους.

    [Υπάρχουν και χειρότερα: οικογένειες που συζητάνε μόνον για γενεαολογικά δέντρα (όχι μόνον το δικό τους) και το κτηματολόγιο (το δικό τους).]

  28. Χρηστος Κ.
    21 Απριλίου 2011 στο 3:03 μμ

    The last recordings Joplin completed were «Mercedes Benz» and a birthday greeting for John Lennon («Happy Trails», composed by Dale Evans) on October 1, 1970. Lennon, whose birthday was October 9, later told Dick Cavett that her taped greeting arrived at his home after her death.[20] On Saturday, October 3, Joplin visited the Sunset Sound Recorders[6] in Los Angeles to listen to the instrumental track for Nick Gravenites’ song «Buried Alive in the Blues» prior to recording the vocal track, scheduled for the next day.[13] When she failed to show up at the studio for the recording session by Sunday afternoon, producer Paul A. Rothchild became concerned. Full Tilt Boogie’s road manager, John Cooke, drove to the Landmark Motor Hotel in Hollywood Heights where Joplin had been a guest since August 24.[22] He saw Joplin’s psychedelically painted Porsche still in the parking lot. Upon entering her room, he found her dead on the floor. The official cause of death was an overdose of heroin, possibly combined with the effects of alcohol.[8][23] Cooke believes that Joplin had accidentally been given heroin which was much more potent than normal, as several of her dealer’s other customers also overdosed that week.

  29. 21 Απριλίου 2011 στο 3:28 μμ

  30. 21 Απριλίου 2011 στο 3:33 μμ

    I started to be bad trouble to my family at thirteen years of age. I was working in the family business from the age of eleven, but I wanted out of the restrictive culture I was born into, and I started hanging out with the local kids.
    The locals were lower middle class and lower class white kids of the immediate neighborhood. These kids had no money and little education, and their houses were dilapidated, few of which had hot water or showers. In the winter, they went down to the local gas station for their daily ration of fuel oil for the heaters. Ready cash was available to them through the Chicago growth industry of crime.
    Every chance I’d get, I’d be hanging out with the gang on the street corners trying to be one of the boys. I’d get involved in muggings, I stole from my family and my relatives and friends, we’d steal from the warehouse docks and spend the money on beer and sodas. We looked up to the older criminals, the armed robbers and burglars, and we looked forward to the day when we would get our first pistol, and rob banks like they did. With my father passed away, it was up to my mother to discipline me, and with her working all the time, she rarely knew where I was or what I was doing.
    I started smoking cigarettes at age thirteen and my mother kicked my ass to no avail. I got a tattoo of my name on my right arm at the local playground, and my mother kicked my ass to no effect. I’d be lying on the ground while my mother put the boots to me and I would look up at her and ask her if she was through and if she was hurting her foot. Pain and suffering for my mother, but I didn’t feel a thing. I was starting to grow large and brutish and impossible to live with, and my mother felt she had no choice but to get me out of the neighborhood as soon as possible, and she enrolled me in the «West Point of the West,» Saint John’s Military Academy at Delafield, Wisconsin.
    I was thirteen years old when I arrived at St. John’s in 1951, full of pimples, 5 ft. 6 – 1/2 inches tall and weighing 196 lbs. After three months of indoctrination, discipline, marching drill, church, scholastics, sports and hazing, I had grown three inches and lost thirty pounds. My ability to go home on leave was predicated by my scholastic average so I started to read and work on my grades.
    I was still the sullen troublemaker, but I was being contained by the system and, to my mother’s great joy, away from south 35th St. I wrestled on the mats and played football on the gridiron, I used the library and started to write poetry. I spent the summers in Chicago up to my old tricks, hanging with the gang, drinking stolen whiskey and beer, dropping reds, whites and yellows, smoking reefers, driving around at night listening to the radio, but my mother found me summer jobs through her relatives which kept me away from any serious trouble. I was seventeen years old when a member of the gang was shot to death while trying to stick-up a tavern. His experience didn’t change me. I understood nothing. What dominated my life was this feeling, this bloody rage, this murderous force bubbling beneath the surface of my skin, waiting to manifest itself in a torrent of blood and death.
    I hated so much, but why? And where was love? Of course, the love was hidden in the hate. I didn’t know where I was going or what I was doing, the only reality I could count on every day was feeling. Nothing came easy to me. It took baseball bats to the head before I would learn a lesson. I took many an ugly turn. I had often wondered why my life was so difficult, so mean and ugly, and I finally realized that without this violent bent, this love of risk and crime, I would never have made it to the blues clubs of Chicago.

  31. Χρηστος Κ.
    21 Απριλίου 2011 στο 3:34 μμ

    Σε ασχετο ποστ αλλα μιας και αναφεραμε τη σχωρεμενη.
    Ο υμνος του καταναλωτη.
    O Lord, won’t you buy me a Mercedes-Benz?
    My friends all have Porsches I must make amends
    Worked hard all my lifetime, no help from my friends
    O Lord, won’t you buy me a Mercedes-Benz?

    O Lord, won’t you buy me a color TV?
    Dialing for dollars is trying to find me
    I’ll wait for delivery each day until 3
    O Lord, won’t you buy me a color TV?

    Oh Lord won’t you buy me a night on the town
    I’m counting on you Lord, please don’t let me down.
    Prove that you love me & buy the next round.
    Oh Lord won’t you buy me a night on the town

  32. 21 Απριλίου 2011 στο 3:36 μμ

  33. 21 Απριλίου 2011 στο 3:42 μμ

    «…full of pimples…»

    Ακόμη ένα [σχετικό;] και σαχλό [;] μπλουζ από τους Grinderman [προβλήματα που έχει ο κόσμος…], που τους ξεχάσαμε:

    My face is finished
    My body’s gone
    And I can’t help but think
    Standing up here in all this applause
    And gazing down at all the young and the beautiful
    With their questioning eyes
    That I must above all things love myself
    That I must above all things love myself
    That I must above all things love myself

    I saw a girl in the crowd
    I went over, I shouted out
    I asked if I could take her out
    But she said that she didn’t want to

    I changed the sheets on my bed
    I combed the hairs across my head
    I sucked in my gut and still she said
    That she just didn’t want to

    I read her Eliot, I read her Yeats
    I tried my best to stay up late
    I fixed the hinges on her gate
    But still she just never wanted to

    I bought her a dozen snow white doves
    I did her dishes in rubber gloves
    I called her Honeybee, I called her love
    But she just still didn’t want to
    She just never wants to
    DAMN!

    I sent her every type of flower
    I played her a guitar by the hour
    I petted her revolting little Chihuahua
    But still she just didn’t want to

    I wrote a song with a hundred lines
    I picked a bunch of dandelions
    I walked her through the trembling pines
    But she just even then didn’t want to
    She just never wants to

    I thought I’d try another tact
    I drank a litre of Cognac
    I threw her down upon her back
    But she just laughed and said she just didn’t want to

    I thought I’d have another go
    I called her my little ho
    I felt like Marcel Marceau must feel
    But she said she just never wanted to
    She just didn’t want to

    I’ve got the No Pussy Blues
    I’ve got the No Pussy Blues
    I’ve got the No Pussy Blues!
    DAMN!

    No Pussy Blues
    I’ve got the No Pussy Blues
    I’ve got the No Pussy Blues
    I’ve got the No Pussy Blues

    DAMN!
    DAMN!

  34. 21 Απριλίου 2011 στο 3:46 μμ

    τελικά,
    πλάκα-πλάκα, σήμερα μέρα του Ιούδα,
    προ-δόθηκε ο Nick “The Greek” !

  35. 21 Απριλίου 2011 στο 3:47 μμ

    Δεν ήταν μόνον οι φίλοι της που είχαν Πόρσε.

  36. 21 Απριλίου 2011 στο 3:51 μμ

    In the most Biblical sense,
    I am beyond repentance
    Fame hooker, prostitute wench, vomits her mind
    But in the cultural sense
    I just speak in future tense
    Judas kiss me if offensed,
    Or wear ear condom next time

  37. 21 Απριλίου 2011 στο 4:07 μμ

    Lady Gaga !!!!
    πα-πα-πα-πα-πα !

  38. 21 Απριλίου 2011 στο 4:11 μμ

    😆

  39. 23 Απριλίου 2011 στο 10:12 μμ
  40. 24 Απριλίου 2011 στο 8:43 πμ

    Τι εποχές κι εκείνες!

    Την καλημέρα μου και τις ευχές μου!

  41. 24 Απριλίου 2011 στο 6:30 μμ

    καλησπέρα !
    Αληθώς ο Κύριος !

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s