Αρχική > Αυτοέκφραση > Ο Ράκος κάνει «τέχνη», ράβοντας τα κουρελάκια του… [μέρος Α΄]

Ο Ράκος κάνει «τέχνη», ράβοντας τα κουρελάκια του… [μέρος Α΄]

Και το σημερινό ποστ ξεκινά με ένα τραγούδι φυσικά [φυσικότατα!] – το τελευταίο ίσως ποστ αυτής «της εβδομάδας των… παθών», και το πρώτο μιας νέας σειράς – συνέχεια από τα προηγούμενα. Το ξέρω ότι η εβδομάδα τελειώνει αύριο, απλά τα «πάθη» τελείωσαν – προς το παρόν. Λίγο «προσωπικό» το μπλογκ το τελευταίο διάστημα, αλλά και τα μπλόγκια ένα είδος «προσωπικού ημερολογίου» είναι… Και συγγνώμην.

Είχα ακούσει ελάχιστες φορές το Listening Wind των Talking Heads στον καιρό του [αρχές της γλυκερής, εξισωτικής και ισοπεδωτικής δεκαετίας του ΄80]. Το «ανακάλυψα» ξανά στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και του έδωσα να καταλάβει. Ας το ακούσουμε. [Οι στίχοι]

Την εποχή που ο Mojique έβλεπε να καταφθάνουν οι foreigners σε growing numbers και να τον εκτοπίζουν [για να το θέσω κομψά] από τη γη του, στα fancy houses που κατασκεύαζαν οι έποικοι [κομψόν, επίσης], οι Αμερικανίδες έφτιαχναν παπλώματα, χρησιμοποιώντας όποιο κομμάτι υφάσματος είχαν στη διάθεσή τους. Έραβαν τα κουρελάκια τους, δηλαδή…

Πολλά χρόνια αργότερα, εκεί γύρω στα 1970, όλα αυτά τα δείγματα της ραπτικής αναδείχτηκαν -και σωστά- σε αντικείμενα τέχνης. Σήμερα παπλώματα [αλλά και δείγματα patchwork, εν γένει] εκτίθεται σε πάμπολλα μουσεία των ΗΠΑ. Το είδος γνωρίζει άνθιση. Πριν, μάλιστα, από καμιά εικοσαριά χρόνια [1992; 1993;] είχε γίνει και μια έκθεση με αμερικανικά «παπλώματα τέχνης» στην Αθήνα, στο κτήριο Κωστή Παλαμά [το γνωστό «ροζ κτήριο» στη γωνία Ακαδημίας και Σίνα].

Είδατε τα κουρελάκια;

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

Σήμερα, λοιπόν, όπως και χτες, κατά τις…

Six o’ clock
In the morning,
I felt pretty good…

… λύνοντας κάποια «αινίγματα» που με απασχολούσαν εσχάτως, και νομίζοντας ότι έλυσα και κάποια «αινίγματα» που με έχουν απασχολήσει πολύ περισσότερο.

Βέβαια, αυτού του είδους τα «λυμένα αινίγματα» «προσωπικού χαρακτήρα» είναι σαν τα λυμένα sudoku: είναι παντελώς άχρηστα. Μόλις τα λύσεις, πας γι’ άλλα…

Ωστόσο, αυτή η μακρά αλυσίδα «λυμένων αινιγμάτων» έχει και μια μικρή χρησιμότητα: το καθένα τους αποτελεί ένα προσωπικό σημείο αναφοράς, και το ίδιο συμβαίνει και με μια αλυσίδα παρόμοιων αινιγμάτων. Καταφεύγεις σ’ αυτά τα «σημεία αναφοράς» κάθε φορά που ανακύπτει ένα καινούργιο, παρόμοιο, «αίνιγμα». Αρκεί, βέβαια, να θυμάται κάποιος αυτά τα «σημεία». Μόνον που αυτές οι «θύμησες» δεν έχουν να κάνουν με τη γλώσσα. Είναι «θύμησες» πέραν της γλώσσας.

[Ας πούμε: πόσοι ήρωες του Ομήρου σκέφτονταν με τον τρόπο που σκεφτόμαστε εμείς σήμερα; Έως κανείς; Απλά, «όταν έπρεπε» τους «μιλούσαν» οι θεοί… Άλλες ιστορίες αυτές. Ξεχασμένες… Οι «θύμησες» που λέγαμε…]

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

Βέβαια, το ψυλλιαζόμουνα ότι κάπως έτσι θα γινόταν – γι’ αυτό και τις τελευταίες ημέρες έκανα ό,τι έκανα [εδώ κι αλλού και παραπέρα]. Χτες το βράδυ «ήξερα» σχεδόν τι έτρεχε. «Ήξερα», πλην όμως δεν είχα τις λέξεις για να το περιγράψω. Οι λέξεις κάποια στιγμή βρίσκονται. «Τσιμπάς» ένα βιβλίο, «στην τύχη», και τις βρίσκεις.

Μας λέει, λοιπόν, ο δρ. Καρλίτος στο έργο του «Η ισχύς του θορύβου» [σελ. 123-124 – ο τίτλος του υποκεφαλαίου δικός μου, αλλά όχι αυθαίρετος, όπως και οι υπογραμμίσεις]:

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

Το τράνταγμα της ομορφιάς


«Το πρόβλημά σου είναι πολύ απλό», είπε. «Σε πιάνουν εύκολα έμμονες ιδέες. Σου έχω πει ότι οι μάντεις παραφυλάνε τον εαυτό τους για να σπάζουν τις εμμονές τους.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να παραφυλάξει κανείς τον εαυτό του.

Αν δεν θέλεις να χρησιμοποιήσεις την ιδέα του θανάτου σου, χρησιμοποίησε τα ποιήματα που μου διαβάζεις».

«Ορίστε;»

«Σου έχω πει ότι υπάρχουν πολλοί λόγοι που μ’ αρέσουν τα ποιήματα», είπε. «Αυτό που κάνω είναι να παραφυλάω τον εαυτό μου μ’ αυτά. Τραντάζομαι με τη βοήθειά τους. Καθώς διαβάζεις, σε προσέχω και σταματώ τον εσωτερικό μου διάλογο, αφήνοντας την εσωτερική μου σιωπή να κερδίσει έδαφος. Και τότε ο συνδυασμός του ποιήματος και της σιωπής δίνουν το τράνταγμα«.

Εξήγησε ότι οι ποιητές ασυνείδητα λαχταρούν τον κόσμο των μάντεων. Μια και δεν είναι μάντεις στο μονοπάτι της γνώσης, η λαχτάρα είναι το μόνο που έχουν.

«Για να δούμε αν με καταλαβαίνεις», είπε, δίνοντάς μου ένα βιβλίο με ποιήματα του Χοσέ Γκοροστίγα.

Το άνοιξα στο σελιδοδείκτη και μου έδειξε το ποίημα που προτιμούσε.

… αυτός ο αδιάκοπος ανόητος θάνατος,
αυτός ο ζωντανός θάνατος,
που σε σφάζει, Θεέ,
μες στα εύρωστα χειροτεχνήματά σου,
τα τριαντάφυλλα, τα λιθάρια,
τ’ αδάμαστα αστέρια
και στη σάρκα που φλέγεται,
σαν χαρμόσυνη πυρά που άναψε ένα τραγούδι,
ένα όνειρο,
ένα χρώμα που φάνταξε στο μάτι.

… κι εσύ ο ίδιος ίσως να ‘χεις πεθάνει από αιώνες πριν,
χωρίς εμείς να το ξέρουμε,
εμείς τα κατακάθια, τα ψίχουλα, οι στάχτες σου.
Εσύ που είσαι ακόμη παρών,
σαν ένα ψεύτικο αστέρι
ένα άδειο φως χωρίς αστέρι
που φθάνει,
κρύβοντας
την καταστροφή του.

«Καθώς ακούω τις λέξεις», είπε ο δον Χουάν, όταν σταμάτησα το διάβασμα, αισθάνομαι ότι ο άνθρωπος βλέπει την ουσία των πραγμάτων και μπορώ να δω κι εγώ μαζί του.

Δεν με νοιάζει για τι μιλάει το ποίημα.

Με νοιάζει μόνο το αίσθημα της λαχτάρας που μου μεταδίδει ο ποιητής.

Δανείζομαι τη λαχτάρα του και μαζί της δανείζομαι την ομορφιά.

Κι αποθαυμάζω το γεγονός ότι κι αυτός, όπως ένας αληθινός πολεμιστής, τη σκορπά στους παραλήπτες, τους αναγνώστες,  κρατώντας για τον εαυτό του μόνο τη λαχτάρα του.

Αυτό το τράνταγμα της ομορφιάς είναι παραφύλαξη.

Τέλος παράθεσης

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

Ρακοσημείωση 1:

Το ονοματεπώνυμο του ποιητή έχει αποδοθεί λάθος στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου του Καρλίτος. Το σωστό είναι Χοσέ Γκοροστίσα [José Gorostiza]. Γεννήθηκε στην πανέμορφη Βιγιαερμόσα το 1901 και πέθανε στην Πόλη του Μεξικού το 1973. Όπως και πολλοί άλλοι λατινοαμερικάνοι ποιητές, υπηρέτησε κι αυτός στο διπλωματικό σώμα της πατρίδας του. Ο Γκοροστίσα διετέλεσε πρέσβης του Μεξικού στην Ελλάδα το 1950-1951. Πώς;

Οι στίχοι που παρατίθενται στο βιβλίο είναι από το XVIII μέρος του ποιήματός του Muerte sin fin. Παραθέτω τους στίχους στο πρωτότυπο:

[…] este morir incesante,
tenaz, esta muerte viva,
¡oh Dios! que te está matando
en tus hechuras estrictas,
en las rosas y en las piedras,
en las estrellas ariscas
y en la carne que se gasta
como una hoguera encendida,
por el canto, por el sueño,
por el color de la vista.

[…] que acaso te han muerto allá,
siglos de edades arriba,
sin advertirlo nosotros,
migajas, borra, cenizas
de ti, que sigues presente
como una estrella mentida
por su sola luz, por una
luz sin estrella, vacía,
que llega al mundo escondiendo
su catástrofe infinita.

Δεν ασχολήθηκα καθόλου με τη μετάφραση από τα… μεξικάνικα στα ελληνικά. Άφησα ανέγγιχτη τη μετάφραση, που έγινε προφανώς μέσω των αγγλικών στη γλώσσα μας. Και δεν επιφυλλάσσομαι.

Μια μικρή μόνον μεταφραστική παρεμβασούλα. Εκεί που ο ποιητής, απευθυνόμενος στο Θεό, λέει,

[…] nosotros, migajas, borra, cenizas de ti […]

Το «migajas» είναι «ψιχουλάκια» και «cenizas» είναι οι «στάχτες [υπάρχει κι ένα σχετικό ελληνικό τραγούδι, που μ’ αρέσει πολύ, αλλά μπορεί να περιμένει…] Το πρόβλημα είναι με την απόδοση της λέξης «borra», που σημαίνει πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Σημαίνει το «χρονιάρικο αρνάκι», το «χοντρό μαλλί από το κούρεμα των προβάτων», το «έριο της αίγας που χρησιμοποιείται για να γεμίσουν τα διακοσμητικά μαξιλάρια και άλλα αντικείμενα» [παπλώματα, ίσως;], το «χνούδι» που δημιουργείται από τη φθορά διαφόρων υφασμάτων και κατακάθεται συνήθως κάτω από τα έπιπλα , και, τέλος, στην καθομιλουμένη σημαίνει «κούφια λόγια».

Θα αποδώσω τη λέξη «borra» ως «κουρελάκια», γιατί «έτσι μου ‘ρθε» – μέρες που είναι. Άρα:

… εμείς τα ψιχουλάκια, τα κουρελάκια, οι στάχτες σου…

… που δεν μάθαμε ποτέ, Θεέ, πως ίσως είσαι νεκρός εδώ κι αιώνες…

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

Ρακοσημείωση 2:

Από δω και κάτω, το ποστ ξεφεύγει λιγάκι. Τόσο δα. Ελάχιστα. Σας προειδοποιώ.

Το σκέφτηκα πολύ για το αν θα έπρεπε να το δημοσιεύσω, ή αν θα έπρεπε να το «κλειδώσω» με κάποιον κωδικό [«ανταμοιβή» για τη λύση κάποιου απλού «αινίγματος» σχετικά με τον Καρλίτος], ή, τέλος, αν δεν θα έπρεπε να κάνω τίποτα από τα προηγούμενα, και να το αφήσω να «σαπίσει» στον σκληρό δίσκο.

Όμως, αφού αποφάσισα, για τελείως «προσωπικούς λόγους»,  να το γράψω, ως μελλοντικό «σημείο αναφοράς» μου, και, επειδή ποτέ δεν γράφω επειδή «πρέπει», αλλά επειδή «έτσι μου ‘ρχεται», απέρριψα το «σάπισμα». Ό,τι γράφεται, πρέπει και να διαβάζεται.

Από ποιους όμως; Από τους «λίγους», τους «εκλεκτούς», τους «μυημένους» στη μία ή στην άλλη «υπέρτατη μαλακία» του σύμπαντος, ή απ’ όλους;

Προφανώς, ξέρετε την απάντηση – αφού αυτή τη στιγμή διαβάζετε αυτές τις γραμμές.

[Κρατάω μόνον τη λαχτάρα μου…]

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποιου είδους «μυστική γνώση» σ’ αυτόν τον «κόσμο». Γράφοντας «κόσμος» εννοώ «κοινωνία». Η κοινωνία, οι θεσμοί της, αποτελούν ανθρώπινο δημιούργημα. Άρα και η όποια «μυστική γνώση», στα πλαίσια αυτής της κοινωνίας, αποτελεί κι αυτή ανθρώπινο δημιούργημα. Δημιούργημα, κατασκευή… Καταλαβαίνετε…

Η γνώση, λοιπόν, που μπορούμε [που έχουμε τη δυνατότητα] να προσεγγίσουμε ως άνθρωποιφυσικά-όντα, [που ήρθαμε για να ζήσουμε σ’ αυτό το σύμπαν,] και όχι ως άνθρωποι-κοινωνικά-όντα, [που διαμορφωθήκαμε από θεσμούς-κατασκευές άλλων τέτοιων κοινωνικών-όντων,] είναι στην άκρη των δαχτύλων μας. Όλων μας.

Στην άκρη των δαχτύλων όλων μας! Όλοι μας έχουμε ακριβώς τις ίδιες δυνατότητες άμεσης επίγνωσης του Κόσμου γύρω μας, είτε είμαστε νομπελίστες με δεκαεφτά διδακτορικά και πεντακόσιες τριαντατρείς δημοσιεύσεις είτε είμαστε αγράμματοιαπτυχίωτοι.

«Ναι;! Εσείς στο βάθος! Θέλετε να ρωτήσετε κάτι;»

«Ναι. Θα ήθελα να ρωτήσω το εξής: αφού όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι έχουμε τις ίδιες ακριβώς δυνατότητες γιατί δεν αδράχνουμε τη γνώση που βρίσκεται στην άκρη των δαχτύλων μας;»

«Εξαιρετικό το ερώτημά σας. Ευχαριστούμε.»


Η σαπουνόπερα «Ο Ράκος έπιασε βελόνι» θα συνεχιστεί, αν και όταν
συνεχίζεται…


ΥΓ. Η τρέλα μου είναι πλέον εκτός ελέγχου. Κανένας τρόπος να την ελέγξω, κάποια art, τέλος πάντων, ελέγχου της;

Advertisements
Κατηγορίες:Αυτοέκφραση
  1. 23 Απριλίου 2011 στο 11:39 μμ

    Δον Ράκος Μάτους, χαίρομαι που είσαι, αλλά και που το παίζεις θεόμουρλος 😆
    και που το μοιράζεσαι μαζί μας 😀
    κάποτε, πριν αρκετά χρόνια -όταν μελετούσα τον Δον Καρλίτος- πίστευα ότι χρειάζεται «δάσκαλος» για να περπατήσει κανείς το μονοπάτι
    τώρα, ξέρω, ότι «δάσκαλος» είναι το μονοπάτι της ζωής, αρκεί να παραφυλάει και να παρατηρεί κανείς τον εαυτό του, όσο και όποτε, αντέχει και μπορεί
    έστω και αν στην καλύτερη των περιπτώσεων νιώθει απλώς την λαχτάρα

    Μία απορία μόνο, κατέβασα -μετά από πολλά χρόνια- και τα εφτά βιβλία του Δον Καρλίτος που έχω και δεν μπόρεσα να βρω το απόσπασμα που αναφέρεις. Ποιος είναι ο τίτλος του βιβλίου; Τα τελευταία του δεν τα διάβασα, ίσως είναι καιρός να το κάνω τώρα

  2. 24 Απριλίου 2011 στο 9:15 πμ

    @ KnowDame

    🙂

    Την καλημέρα μου και τις ευχές μου!

    Ω! Μελετήτρια του Καρλίτος! 🙂

    Για τους «δασκάλους» συμφωνούμε. Δεν είναι θέμα αρχής, ωστόσο. Εκεί όπου υπήρχε «παράδοση» λογικό είναι να ξεκινούν για τον Άλφα του Κένταυρου.

    Εμείς το μονοπάτι θα πρέπει να το χαράξουμε μόνοι μας… al andar.

    Εγώ, ξεκίνησα τη… χάραξη σ’ άλλες πολιτείες. Εδώ, στο Μεγάλο Χωριό, όπου ζω σήμερα, κατευθύνομαι προς το σταθμό Λαρίσης. Μπορεί να βρεθώ στο σταθμό Πελοποννήσου, στις «Τρεις Γέφυρες», στον «Κηφισσό», στο λιμάνι του Πειραιά ή σ’ εκείνο της Ραφήνας.

    Μπορεί και να μην φτάσω ποτέ σε κάποιον σταθμό, σε κάποιο λιμάνι. Ή μπορεί να φτάσω και να μην υπάρχουν δρομολόγια για κάπου, ή, ακόμα καλύτερα, να είναι ημέρα γενικής απεργίας 😉

    Και λοιπόν;

    Το μονοπάτι της ζωής μου βαδίζω. Κι αυτό το μονοπάτι έχει καρδιά. Το δικό μου τραγούδι τραγουδώ. Το δικό μου χορό χορεύω. Τη δική μου λαχτάρα ακολουθώ… Αχ, αυτή η λαχτάρα…

    Και πόσο υπέροχο να βαδίζουν, να τραγουδούν, να χορεύουν δίπλα μου κι άλλοι, που ακολουθούν τη δική τους λαχτάρα!

    _ _ _ _ _ _

    Στη δύναμη της σιωπής. Βρίσκεται καμιά εικοσαριά σελίδες από την αρχή του 4ου κεφαλαίου. Τιπ: το όνομα του ποιητή, και το ποίημα.

    Για τα τελευταία του ή για όποια άλλα όπως «σου ΄ρθει» 😉

  3. 19 Ιουλίου 2012 στο 1:27 μμ

    Χαϊντέ #387

    οι παντόφλες
    χαιρετούν
    τα τσόκαρα
    τα πάντα ρει

    🙂

    ΥΓ1. Ως γνωστόν παραφυλάω [παρατηρώ] συστηματικά τον εαυτό μου, για να ξεπερνάω διάφορες εμμονές μου και λογικά αδιέξοδα. Ενίοτε, όταν έχω μέτρια κέφια, βοηθάω και τους άλλους να παραφυλάξουν τους εαυτούς τους. [Δεν σας λέω τι κάνω όταν έχω χοντρά κέφια…]

    Στο πλαίσιο όλων αυτών, τον τελευταίο μήνα απέχω συστηματικά σχεδόν από οποιονδήποτε σχολιασμό σε οποιοδήποτε μπλογκ. Είχα γράψει μόλις δύο ψευδανώνυμα σχόλια κάπου και είχα ενημερώσει σαφέστατα τον διαχειριστή του μπλογκ με e-mail, για το ποιος ήμουν. Κι αντί για like στέλνω επίσης e-mail, όταν έχω να πω κάτι για κάποιο ποστ. Τέλος.

    Μπορεί να γελάω συνέχεια, σαν τον Γελασίνο, αλλά δεν παίζω παιχνίδια [στ’ αλήθεια σε ποια θέση έπαιζε στο φιλοσοφοματς Γερμανίας – Ελλάδας; Ο Ηράκλειτος ήταν σέντερ φορ. Αυτό το θυμάμαι].

    ΥΓ2. Αυτό το ποστάκι γράφτηκε, πέρυσι, Μεγάλη Παρασκευή. Καταλάβατε ποια εμμονή μου είχα ήδη ξεπεράσει από τότε. Ό,τι είχα να πω το είπα. Ό,τι ήταν να δείξω το έδειξα. Σειρά σας να αρχίσετε να παραφυλάτε συστηματικά.

  4. 19 Ιουλίου 2012 στο 2:26 μμ

    Κι ένα φιλοσοφικο-υπαρξιακό ερώτημα [το τελευταίο για σήμερα, έχουμε κι άλλες εργασίες στον Cosmos]:

    Αν το σπίτι που μένετε πιάσει φωτιά, κι ένα αγαπημένο σας πρόσωπο, που βρίσκεται μέσα, είτε αρνείται να παραδεχτεί ότι το σπίτι καίγεται είτε φοβάται να βγει έξω για να μην αρπάξει κανένα κρύωμα μες στη νύχτα, τι θα κάνατε;

    Θα ανοίγατε διάλογο μαζί του για να το πείσετε;

    Ρητορικόν…

  1. 23 Απριλίου 2011 στο 8:34 μμ
  2. 5 Αυγούστου 2012 στο 12:41 μμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s