Ποιος μιλάει; Και από ποια θέση;

Ζαν-Κλωντ Μισεά

Θυμάμαι απ’ τα χαράματα διάφορες αμαρτίες [δικές μου κι αλλονώνε 😉 ], διάβασα και διάφορα [«απόρρητα»] περσινά ποστάκια μου για επανάληψη, στο τέλος κατέληξα σε κάτι που είχε γραφεί τη μακρινή άνοιξη του 2008…

Ποια είναι η συγκεκριμένη αμαρτία μου που θυμήθηκα;

Οι λόγοι για τους οποίους δεν ασχολούμαι πια με την τρέχουσα επικαιρότητα…

«Θυμήθηκα» και αμαρτίες αλλονώνε… Καποιονώνε που κουτσομπόλευαν ασύστολα κατά τη διάρκεια του ποτού πριν και/ή κατά τη διάρκεια του τσιγάρου meta… Αλλά αυτά ήταν και είναι ιδιωτικά θέματα. Δικά τους… 😉 Όπως και η κακία τους άλλωστε 😉

Ό,τι ακολουθεί, μέχρι το τέλος του ποστακίου, προέρχεται από δω: Ποιος μιλάει; Και από ποια θέση;

«Δεν χρειάζεται, υποθέτω, να είναι κανείς ιδιαίτερα φοβικός ή δύσθυμος για να συμπεράνει ότι ένα κοινωνικό σύστημα που απαιτεί τέτοιες παραμυθίες για να νομιμοποιήσει τους πραγματικούς τρόπους λειτουργίας του είναι, από τις ίδιες τις αρχές που το διέπουν, άδικο και αναποτελεσματικό [5]· και ότι απαιτεί, ως εκ τούτου, μια ριζική κριτική, δηλαδή, σύμφωνα με την ετυμολογία, μια κριτική που αναλύει το λάθος στη ρίζα του και το αντιμετωπίζει αναλόγως.

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

[5] Προφανώς, βέβαια, αυτή η αναποτελεσματικότητα είναι σχετική. Στην πραγματικότητα, το καπιταλιστικό σύστημα λειτουργεί πολύ ικανοποιητικά για ένα όχι αμελητέο τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού, που έχει όντως κερδίσει αρκετά, και ετοιμάζεται να κερδίσει ακόμα περισσότερα, από μία “παγκοσμιοποίηση”, για την οποία, όμως, όλες οι υπάρχουσες στατιστικές βεβαιώνουν ότι, εδώ και δύο δεκαετίες, δεν έχει πάψει να αυξάνει τις ανισότητες -τόσο ανάμεσα στα έθνη όσο και στο εσωτερικό του κάθε έθνους- και μάλιστα να αναγεννά περιοχές απόλυτης εξαθλίωσης.

Γι’ αυτό, εξάλλου, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι να προσδιορίσουμε, με έναν πλατωνικό, θα λέγαμε, τρόπο, αν η παγκοσμιοποίηση είναι ή όχι καθ’ εαυτή “επιτυχής”· το ζήτημα είναι να ξέρουμε για ποιον είναι υποχρεωτικά επιτυχής και για ποιον είναι αδύνατον να είναι.

Κάθε φορά, λοιπόν, που κάποιος δέχεται να περάσει στο προσκήνιο του Θεάματος, προκειμένου να εξάρει τα αναρίθμητα ανθρώπινα οφέλη τα οποία δικαιούται να αναμένει ένας πολιτισμός από την κατάργηση όλων των συνόρων και από τη γενικευμένη ελευθερία των ανταλλαγών, θα είναι πάντα φρόνιμο να θέτουμε το διπλό νιτσεϊκό ερώτημα:

Ποιος μιλάει; Και από ποια θέση;

Τότε, θα παρατηρούσαμε, χωρίς αμφιβολία, ότι πολλοί από τους υπέροχα δομημένους λόγους, αν και απόλυτα προσαρμοσμένοι στο “ανοιχτό πνεύμα”, την “ανάμειξη των πολιτισμών”, την “αποδοχή του άλλου” και την “ανάγκη να αμφισβητούμε αενάως τον τρόπο ζωής μας”, αποκτούν ξαφνικά μια εντελώς διαφορετική διάσταση, αν φροντίσουμε να τους αναγνώσουμε εκ νέου υπό το φως μιας δήλωσης εισοδημάτων ή μιας αίτησης για καταβολή οδοιπορικών!

Στην περίπτωση, άλλωστε, που ο αναγνώστης θα ήθελε να αποκτήσει μια ιδέα για την πραγματική θέση που κατέχει ο ίδιος, προσωπικά, σε αυτό το παγκόσμιο Μονόπολυ, που είναι ο καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός, αρκεί να θυμίσουμε (χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τα επίσημα στοιχεία) ότι, στη Γαλλία, ο μέσος μηνιαίος μισθός είναι 1.330 ευρώ, ότι πέντε εκατομμύρια συμπολιτών μας ζουν κάτω από το “όριο της φτώχειας” (εκ των οποίων 1,7 εκατομμύρια είναι ήδη φτωχοί εργαζόμενοι) και ότι τα νοικοκυριά που κερδίζουν πάνω από 3.530 ευρώ τον μήνα ανήκουν, από αυτό το γεγονός και μόνο, στο 10% των πιο ευνοημένων οικογενειών της χώρας.

Οι αριθμοί αυτοί ίσως ξαφνιάσουν κάποιους αναγνώστες. Και η μόνη ειλικρινής και βάσιμη δικαιολογία τους είναι ότι δεν μπορούν να υπολογίζουν καθόλου στην επίσημη κοινωνιολογία για να τους βοηθήσει να στοχαστούν πάνω στη φύση και το εύρος αυτών των ταξικών ανισοτήτων.

Όπως υπενθυμίζει ο Λουί Σωβέλ (Louis Chauvel) στο έργο του, Le destin des générations – Η μοίρα των γενεών- (εκδ. PUF, 1998, σ. 10), από το 1990 και μετά, μόνο στο 1% των διατριβών της κοινωνιολογίας, που υποστηρίζονται στο γαλλικό Πανεπιστήμιο, χρησιμοποιείται ακόμα η λέξη “τάξη” (και, διευκρινίζει ο Σωβέλ, στο ένα τρίτο των περιπτώσεων, αναφέρεται στις τάξεις του σχολείου).»

***

Από το βιβλίο του Ζαν Κλωντ Μισεά, Το Αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ [Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2008, μετ. Χ. Σταματοπούλου], μία παράγραφος και μία σημείωση [σελίδες 20-21]. Οι υπογραμμίσεις του συγγραφέα, οι υπογραμμίσεις δικές μου, η παραγραφοποίηση της σημείωσης “αυθαίρετη” -για λόγους διαδικτυακής… εικονομίας-, το βιβλίο εκδόθηκε στη Γαλλία το 2002, άρα τα στοιχεία που παραθέτει ο συγγραφέας αφορούν στις αρχές της δεκαετίας.

***

Το απόσπασμα του Μισεά δέχεται, φυσικά, πολλαπλές αναγνώσεις, πέραν εκείνης που αφορά στην κριτική στην “παγκοσμιοποίηση”…

Το διπλό νιτσεϊκό ερώτημα,

Ποιος μιλάει; Και από ποια θέση;

Και η ανάγνωση αυτών που κάποιος λέει,

υπό το φως μιας δήλωσης εισοδημάτων ή μιας αίτησης για καταβολή οδοιπορικών…

Ή η ριζική κριτική στις παραμυθίες νομιμοποίησης ενός κοινωνικού συστήματος…

Ή η πραγματική θέση που κατέχει κάποιος προσωπικά σ’ ένα παγκόσμιο [ή εθνικό] Μονόπολυ…

… αποτελούν κάποιες από αυτές τις αναγνώσεις.

***

Γιατί αν δεχθούμε αυτά που έλεγε ο Μάρξ, ότι, δηλαδή, η ταξική συνείδηση κάποιου καθορίζεται από τη θέση που αυτός κατέχει στην παραγωγική διαδικασία…

… τότε, αν η θέση κάποιου είναι στον πάτο της παραγωγής, αντίστοιχη θα πρέπει να είναι και η ταξική του συνείδηση [δεν λαμβάνουμε υπόψη μας, εδώ, τα περί αλλοτρίωσης, για να μην μπλέξουμε με Λούκατς και Κορς, κι άντε να βρούμε άκρη…]

Οπότε, μοιραία, μία θέση στον πάτο της παραγωγής, μία μηδενική δήλωση εισοδήματος και μία συνειδητή αποστροφή προς το προσκήνιο του Θεάματος, συνεπάγεται και μία αντίστοιχη ταξική συνείδηση.

Σ’ αυτή την περίπτωση, ο φορέας μιας τέτοιας “πατωμένης” συνείδησης θα μπορούσε να πει για τους πολιτισμικούς πολέμους, που μαίνονται στο προσκήνιο του Θεάματος, μεταξύ παχυλόμισθων παραμυθατζήδων:

Χέσε ψηλά κι αγνάντευε!

***

Και όλα αυτά χωρίς να λάβουμε υπόψη μας τις κοινωνιολογικές θεωρίες περί κοινωνικών δικτύων, κυκλωμάτων και δικτυωμάτων, αν με εννοείτε…

Θεωρίες που, βεβαίως-βεβαίως!- εφαρμόζονται και στην πράξη. Τόσο στη real life όσο και στην προσομοιωμένη τοιαύτη, εν διαδικτύω…

***

ΥΓ. Κάποιοι ίσως ενοχληθούν από την παροιμία. Ας έχουν υπόψη τους ότι δεν υπάρχει χυδαία γλώσσα, αλλά χυδαία πρόσωπα 🙂 . Αλλά τι φταίω εγώ για τις παροιμίες που άκουγα -και έμαθα- μικρός στο χωριό μου; 😉

Advertisements
  1. 21 Νοεμβρίου 2012 στο 9:01 πμ

    Παντελώς [;] άσχετο [;] ερώτημα:

    Οι τυφλοί γελάνε;

    Αν κάποιος έχει την ίδια απορία, ας το ψάξει, κι αν θέλει να τον ευχαριστήσω ας βάλει και κάνα λινκάκι. Βαριέμαι να το ερευνήσω…

  2. 21 Νοεμβρίου 2012 στο 9:46 πμ

    Ιδού και ο τίτλος του κύριου άρθρου της σημερινής «Καθημερινής», το οποίο υπογράφει ο διευθυντής της Alexis Παπαχελάς [εκ Παπαχελάδων]:

    «Να ξανακτίσουμε το κράτος μας».

    ΞΑΝΑκτίσουμε;;;

    ΜΑΣ;;; [αυτό τα λέει όλα, θαρρώ]/

    Συνέχεια μέσα στην τομή, που έλεγε κι ο Χρύσανθος Λαζαρίδης όταν ήταν ακόμα στη Β’ Πανελλαδική…

  3. 21 Νοεμβρίου 2012 στο 9:53 πμ

    Αν θυμάμαι συνέχεια τις αμαρτίες μου [ως εκ τούτου και τις αμαρτίες άλλων – στο βαθμό που με αφορούν] το κάνω για έναν και μοναδικό λόγο:

    Για να πατάξω την ηλιθιότητα μέσα μου.

    Αν ξέρετε κανέναν άλλον τρόπο, μου τον λέτε… 😆

  4. zahari
    21 Νοεμβρίου 2012 στο 3:49 μμ

    Το σωστοτερο: Να προλαβουμε να ξανακτισουμε το κρατος ‘μας’…μην το κανουν πρωτα τιποτα αλλοι…

    Ευτυχης οποιος δεν εχει τιποτα να χασει πια.

  5. 21 Νοεμβρίου 2012 στο 7:52 μμ

    Αυτό δεν μπορεί να γίνει πια… Τους πήραν είδηση… Αυτό που κάθε εχέφρων Έλληνας γνώριζε εδώ και πολλά χρόνια, το έμαθαν και οι «τροϊκανοί» μέσα σε δυο χρόνια. Κάτι Παπανδρέου, κάτι Βενιζέλοι, κάτι Σαμαράδες ετσετερά ετσετερά δεν κάνουν ούτε για θυρωροί σ’ ένα στοιχειωδώς σοβαρό μαγαζί.

    Το κακό είναι ότι τους νεοελληνικούς «μύθους» τους πληρώνουμε όλοι μαζί.

  6. 22 Νοεμβρίου 2012 στο 5:41 μμ

  7. 22 Νοεμβρίου 2012 στο 5:49 μμ

    επειδή η μη βιώσιμη ανάπτυξη είναι μια απαράδεκτη ανάπτυξη που επιβάλει την επιστροφή μας σε εκείνο το παρελθόν λιμών και φτλώχειας το οποίο είχαμε ξεπεράσει αλλά κατά το οοποίο μεγαλουργήσαμε, ελπίζω πως τα πλήθη, απ όποια θέση κι αν βρεθούν σίγουρα θα εκδηλώσουν την αβροφροσύνη τους προς τη δημοκρατία μας…

    δε ξέρω αν γελάνε οι τυφλοί, αλλά οι τυφλή ανάπτυξη όπως λέει κι Τζοβάνι Σαρτόρι στα 30 μαθήματα δημοκρατίας γελάει εις βάρος των κωφάλαλων…

  8. 23 Νοεμβρίου 2012 στο 9:21 πμ

    😆

    Τελικά, μόνον ο σύντροφος Μάο ήταν ενημερωμένος για τον τελευταίο και έσχατο νταλκά του κουρελοπρολεταριάτου: το φούτμπωλ.

    Θα επανεξετάσω προσεκτικά τη θέση μου προς τον σ. Μπαντιού…

    _ _ _ _ _ _ _ _ _

    Αυτός ο Τζιοβάνις είναι μαοϊκός ή ποδοσφαιριστής; 🙂

  9. 23 Νοεμβρίου 2012 στο 9:28 πμ

    Το ποστάκι αυτό -όπως και πολλά άλλα- αφιερωμένο στον σ. Β. που μου «έμαθε» τον Μισεά, όπως και πολλά άλλα, τις δύο τελευταίες δεκαετίες!

    Σύντροφε, καλημέρα!!! 🙂

  10. 23 Νοεμβρίου 2012 στο 2:52 μμ

    εξαιρετικά λάθη!
    είτε τελώ υπό σύγχυση είτε έχω αγχωθεί είτε είμαι τυφλη τόσο όσο η(όπου οι) τυφλή ανάπτυξη!
    αυτό μου θύμισε την «αυτοκρατορία του μικρότερου κακού»!
    κι εγώ λοιπόν θέλω να πω ένα φχαριστώ σε σας που μετά τον Αρανίτση, είστε εκείνος που με ώθησε σε περαιτέρω μελέτη του Jean Claude Michea…

    καλομεσήμερος!

  11. 23 Νοεμβρίου 2012 στο 3:02 μμ

    Πολύ καλή και η «Αυτοκρατορία». Λέω, εδώ και καιρό, να κάνω μια επανάληψη στο Μισεά… Αλλά έχω μπλέξει με την Κοινωνία της Θέασης [αμερικάνικων σήριαλ] 🙂

    Ε, άμα έχει διαβάσει Μισεά κι ο Ευγένιος, τότε ο αγώνας δικαιώθηκε!

    Καλομεσήμερος επίσης!

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s