Αρχική > Βιβλία, Τέχνες > Marco Denevi: Ο σκύλος στη χαλκογραφία του Dürer «Ο Ιππότης, ο Θάνατος κι ο Διάβολος»

Marco Denevi: Ο σκύλος στη χαλκογραφία του Dürer «Ο Ιππότης, ο Θάνατος κι ο Διάβολος»

Marco Denevi (1922-1998)

Είχα διαβάσει το διήγημα του Αργεντίνου Marco Denevi [1922-1998] Ο σκύλος στη χαλκογραφία του Dürer «Ο Ιππότης, ο Θάνατος κι ο Διάβολος» λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Λίγα χρόνια αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, το είχα μεταφράσει [απ’ τα αγλλικά], όπως είχα μεταφράσει και κάμποσα ακόμα διηγήματα. Ευτυχώς που τα είχα εκτυπώσει τότε, γιατί ούτε ξέρω τι έχουν απογίνει εκείνες οι δισκέτες. Που πολύ φοβάμαι ήταν και δισκέτες 5 1/4 [οι παλιοί θα τις θυμούνται].

Θυμήθηκα το διήγημα χτες [συνειρμός με κάποιον Ουρουγουανό συγγραφέα], έψαξα το hardcopy, το δακτυλογράφησα και ιδού! Απλώς το δακτυλογράφησα. Δεν έκανα καμία διόρθωση, οπότε όλα τα κρίματα στο λαιμό μου.

Ο Ντενέβι εμπνεύστηκε το διήγημα απ’ τη γνωστή χαλκογραφία του Albrecht Dürer [1471-1528] Knight, Death and the Devil [1513].

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

Τα έργα του Ντενέβι που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά είναι το μυθιστόρημα Η Ροσάουρα απόψε στις δέκα [2001], καθώς και τρία σύντομα διηγήματά του σε μια Ανθολογία.

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

Προειδοποίηση: Πάρτε βαθιά ανάσα πριν αρχίσετε την ανάγνωση. Ολόκληρο το διήγημα [3000 λέξεις] αποτελείται από μία και μοναδική πρόταση.

Επειδή θα είναι πολύ δύσκολο να το διαβάσετε εδώ, ιδού και το σχετικό pdf [σε δύο στήλες] που θα κάνει την ανάγνωση του διηγήματος πολύ πιο εύκολη. Απολαύστε το!

durer4217

Dürer: «Ο Ιππότης, ο Θάνατος κι ο Διάβολος» (1513)

Marco Denevi

Ο σκύλος στη χαλκογραφία του Dürer “Ο Ιππότης, ο Θάνατος κι ο Διάβολος»

Ο Ιππότης (όπως όλοι μας ξέρουμε) γύρισε απ’ τον πόλεμο, τον Επταετή πόλεμο, τον Τριακονταετή πόλεμο, τον πόλεμο των Ρόδων, τον Πόλεμο των Τριών Ερρίκων, έναν δυναστικό ή θρησκευτικό ή έναν ηρωικό πόλεμο στο Παλατινάτο, στην Ολλανδία, στη Βοημία, αδιάφορο πού, αδιάφορο πότε, όλοι οι πόλεμοι είναι μέρη ενός και μοναδικού πολέμου, όλοι οι πόλεμοι απαρτίζουν τον ανώνυμο πόλεμο, τον πόλεμο απλά, τον Πόλεμο, έτσι, παρότι ο ιππότης επιστρέφει απ’ την πορεία του μέσα ένα τμήμα του πολέμου, είναι σα να διάβηκε απ’ όλους τους πολέμους και όλον τον πόλεμο, μιας και όλοι οι πόλεμοι, ακόμα κι όταν φαίνονται διαφορετικοί όταν τους βλέπουμε από κοντά, ειδωμένοι από μια απόσταση απλά επαναλαμβάνουν τις ίδιες αχρειότητες και την ίδια κατακραυγή, ας μην είμαστε λοιπόν σχολαστικοί με ονόματα ή ημερομηνίες, ας μην στενοχωριόμαστε λοιπόν αν εκτός από τους Πλανταγενέτες και τους Χοχενστάουφεν αποτελούμε κι εμείς μια ιδιότροπη οικογένεια, αν μπερδεύουμε τους πελταστές με τους γρεναδιέρους, τους τοξότες με τους ακοντιστές ή αν ανακατεύουμε τη γεωγραφία μας και μπερδεύουμε πόλεις με πόλεις, κάστρα με κάστρα, πύργους με πύργους, και έτσι επιστρέφουμε στον ιππότη  που λέγαμε πως επιτέλους γύρισε απ’ τον πόλεμο, πιστεύοντας πως αποτελούσε τον έσχατο κρίκο, δίχως να γνωρίζει πως η αλυσίδα είναι ατέλειωτη, γιατί έφυγε νέος και γενναίος και ο πόλεμος τον γυρίζει γέρο, ρυτιδιασμένο και φαλακρό, αν και αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο, ο πόλεμος δεν έχει φαντασία και επαναλαμβάνει τα κόλπα του, έτσι ο ιππότες, όπως όλοι οι ιππότες που διάβηκαν από έναν πόλεμο χωρίς να πέσουν στην παγίδα του θανάτου, είναι αξύριστος, λιγδιασμένος, βρωμάει ιδρώτα, αίμα και ακαθαρσίες, οι μασχάλες του είναι γεμάτες ψείρες, ένα εξάνθημα καίει το εσωτερικό των μηρών του, βήχει και φτύνει πρασινωπό φλέμα διανθισμένο με άλικες ίνες, μιλώντας με μια φωνή τραχιά απ’ την παγωνιά, τη φωτιά, τις γερές οινοποσίες, τις βλαστήμιες, τις κραυγές τρόμου και ενθάρρυνσης, δε μπορεί πια να ξεστομίσει δυο λέξεις δίχως να βρίσει, έχει λησμονήσει την πολυποίκιλτη γλώσσα των παιδικών του χρόνων όταν υπηρετούσε σαν ακόλουθος κάποιου μητροπολίτη ή αρχιεπίσκοπου, έχει λησμονήσει τους καλούς τρόπους και τις χαριτωμένες ματιές με τις οποίες γοήτευε τις κυρίες, γιατί τώρα πια δεν αποζητά γυναίκες για έρωτα, τις γυρεύει για κρασί, φαί, κρεβάτι, και καθώς οι στρατιώτες του βιάζουν τα κορίτσια εκείνος πίνει μόνος, σιωπηλός, ωσότου οι στρατιώτες επιστρέψουν νυσταγμένοι και τότε κοπανάει το χέρι του στο τραπέζι και βλαστημάει, βλαστημάει τους μικρούς βασιλιάδες που ωχροί και κουρελήδες τράπηκαν σε φυγή πάνω σε ξέπνοα άλογα, εκείνους τους βασιλιάδες που θα επιστρέψουν θριαμβευτικά μόλις τελειώσει η μάχη, ντυμένοι στα χρυσά, κάτω από χρυσοποίκιλτες τέντες, στο μέσο μιας στρατιάς λαβάρων και σημαιών, βλαστημάει τους ντυμένους με ερμίνα Πάπες που απ’ το ύψος των θρόνων τους ραίνουν με αγιασμένο νερό τις άλικες βούλες των συμμάχων και των συγκρούσεων, βλαστημάει τον Αυτοκράτορα που τον είδε κάποτε να βαδίζει ανάμεσα σε δόρατα ορθωμένα σαν φαλλούς στη θέα εκείνης της κόρης του πολέμου, και ο ιππότης πετάγεται ορθός, αναποδογυρίζει την καρέκλα του, ανατρέπει το τραπέζι, τα ποτήρια, την κανάτα με το κρασί, κι αρχινά έναν γερό καυγά, η ταβέρνα ή οτιδήποτε καίγεται, ο πανδοχέας χτυπημένος και οι στρατιώτες οδηγημένοι από τον ιππότη καβαλικεύουν ακόμα μια φορά, και τώρα διασχίζουν το δάσος στο φεγγαρόφωτο, ο ιππότης όμως δε βλαστημάει πια, δεν ακούγεται πια, προχωράει σιωπηλός, τα μάτια του κοιτάζουν πέρα στη νύχτα κι ένας ένας οι στρατιώτες παύουν να μιλούν, κοιμούνται στις σέλες τους κι ο καθένας τους ονειρεύεται μόνος με το κεφάλι του γερμένο στο στήθος, κάποιος ίσως ακούει μια μακρινή μουσική, τη μουσική των παιδικών του χρόνων σ’ ένα χωριό του Δουκάτου του Μιλάνου ή της Κολωνίας, ενώ άλλος ακούει φωνές, φωνές που τον καλούν, τη φωνή της μητέρας του, τη φωνή της γυναίκας του ή της αγαπημένης του κι άλλος ουρλιάζει και ξυπνάει μ’ ένα τίναγμα, ο ιππότης όμως δε σταματά, δε γυρίζει να δει ποιος ούρλιαξε, λες και το ουρλιαχτό ήταν το ουρλιαχτό ενός πουλιού στο δάσος, προχωράει με τα μάτια καρφωμένα στο σκοτάδι, με την αρματωσιά ν’ αστράφτει στο φεγγαρόφωτο, και ο στρατιώτης πίσω του, αυτός που βρίσκεται κοντύτερά του, αυτός που κουβαλάει την κουρελιασμένη και καμένη απ’ το μπαρούτι σημαία, τη σημαία που τώρα κρέμεται στα καπούλια του αλόγου του σα βρώμικο κουρέλι, αυτός ο στρατιώτης, ένας νεαρός ξανθός που πολύ μοιάζει με τροβαδούρο, ξαφνικά κάνει μια παράξενη σκέψη, σκέφτεται πως ίσως η πανοπλία του ιππότη είναι άδεια, ότι ο ιππότης χάθηκε και το μόνο που απόμεινε είναι η πανοπλία σαν μια κούφια σιδερένια κούκλα ή ότι, ίσως, η πανοπλία κυριάρχησε  πάνω στον ιππότη, τον ρούφηξε σα σφουγγάρι, ρούφηξε το αίμα του, τσάκισε τα κόκαλά του και τώρα είναι ένα άδειο άσαρκο τσόφλι που προχωράει, και αυτό το φαντάζεται γιατί ποτέ δεν είδε τον ιππότη δίχως την πανοπλία και τη λόγχη του, δίχως τις περικνημίδες και τα σιδερόπλεκτα γάντια του, που δείχνουν το βορρά προς τον πόλεμο, δίχως το κραυγαλέο κράνος που κάτω του βρίσκονται οι ανακατεμένες τρίχες του, τρίχες που ανήκουν ίσως σε μια απρόσωπη γενειάδα, τρίχες που ίσως είναι το γέμισμα του κράνους, ίσως όλη η πανοπλία να είναι παραγεμισμένη με τρίχες, και η σκέψη κάνει τον ξανθό στρατιώτη να γελάσει, γιατί του ‘ρχεται πως ο ιππότης έχει ξεραθεί στην πανοπλία τους πριν πολύ καιρό, ότι η πανοπλία έμεινε άδεια πολύ καιρό πριν, και αυτοί, οι στρατιώτες, δεν έμαθαν ποτέ την αλήθεια, και αυτοί, οι στρατιώτες, βάδισαν δίπλα σ’ αυτήν την άδεια πανοπλία από μάχη σε μάχη, αψηφώντας το θάνατο, και, καθώς ο ξανθός στρατιώτης γελάει σαν υπνοβάτης ή μεθυσμένος, ο ιππότης σηκώνεται στην άκρη των αναβολέων και ξεστομίζει μια βρισιά, σα να ‘νοιωσε το λόγο που γέλασε ο στρατιώτης, προσπαθώντας να του δείξει ότι βαθιά μέσα στην πανοπλία είναι ακόμα ζωντανός, ή ίσως να τον επιπλήξει που ονειρεύεται, και ο ξανθός στρατιώτης ζαρώνει τρομαγμένος ωσότου συνειδητοποιήσει πως ο ιππότης δεν έχει καν ξυπνήσει, πως δε βλαστημάει για το γέλιο του, αλλά εξαιτίας των δέντρων του δάσους, που ως εκείνη τη στιγμή φαίνονταν παγωμένα κάτω απ’ το φεγγάρι και κάτω απ’ το χειμωνιάτικο χιόνι, σ’ εύφορα χώματα και σ’ άγονα εδάφη, ότι τα δέντρα γέμισαν με ‘κείνο το φρούτο που είναι πάντα εποχής, πάντα γινωμένο για κόψιμο ή μάζεμα, εννοώ τον εχθρό, εννοώ τον εχθρό που περιμένει υπομονετικά, πεισματικά, κρυμμένος στη σκιά, καλυμμένος απ’ την ομίχλη και τον καπνό, και τότε τα κοιμισμένα άλογα τινάζονται από μια λάμψη, όμως όλα αυτά έχουν κιόλας συμβεί, όλα αυτά τέλειωσαν τώρα και ο ιππότης γύρισε στο κάστρο του, χωρίς την κλαγγή του μέταλλου, των αλόγων και των ανδρών που τον ακολουθούσε στο ταξίδι του μέσα σε μια απ’ τις επαρχίες του πολέμου, άφησε πίσω του τις φωνές, απελευθερώθηκε για πάντα απ’ τα λασπερά στρατόπεδα, τις λεηλασίες, τις ενέδρες, απ’ την πείνα, τον τρόμο, την αϋπνία, δεν κράτησε τίποτα απ’ τον πόλεμο παρά μόνο το άλογό του, την πανοπλία του, τη λόγχη του με το αλεπουδόδερμα στη μια άκρη για να σταματάει το αίμα και να μη στάζει και μουσκεύει το χέρι του, κράτησε τη μυρωδιά του ιδρώτα και των ακαθαρσιών, τις ψείρες, το εξάνθημα, την εξάντληση, την αδυναμία, τα γηρατειά και τις αναμνήσεις, τις αναμνήσεις απ’ το θορυβώδες θέατρο του πολέμου, σαν εκείνον τον νεαρό που έπεσε στο χορτάρι, με το πρόσωπο προς τον ουρανό, βυθίζοντας και τα δυο του πόδια ως τα γόνατα σ’ έναν ποταμό, το Ρήνο, τον Τάγο, τον Άρνο, και το νερό κάνοντάς τα να επιπλέουν, διαβρώνοντάς τα και ξεκολλώντας τα, ωσότου τα παρασύρει μεταμορφωμένα σε ξεφτισμένα νήματα, στην αρχή πορφυρά, ύστερα ρόδινα, τελικά γκρίζα και κίντρινα, ή σαν εκείνες τις δέκα αγχόνες σε μια σκοτεινή κι αδειανή πλατεία, μ’ ένα κρεμάμενο σώμα στην καθεμιά τους, δέκα αιωρούμενα αντικείμενα με τις γλώσσες τους έξω και τον άνεμο να σφυρίζει γύρω τους, ενώ στο καμπαναριό μια καμπάνα ακουγόταν η ίδια κάθε ώρα του Χρόνου, ή σαν εκείνον τον γέρο που ζάρωσε για να ξεράσει στο σκληρό χώμα το καλυμμένο με πάγο και ξαφνικά σωριάστηκε πάνω σ’ ένα σωρό αίματος και ξερατών, το αρχαίο ρόδο της δυσεντερίας, ή σαν εκείνον τον ψηλό πύργο, τετράγωνο και τουβλόχτιστο, δίπλα σε μια σειρά κυπαρισσιών, τη ροή της καυτής πίσσας που χυνόταν από μια πολεμίστρα, πέφτοντας πάνω σε ιππότες ντυμένους με καθαρούς χιτώνες και έναν κόκκινο σταυρό στα στήθια τους, πάνω στους ιππότες που ήταν όλοι τους τόσο καθαροί και όμορφοι, και είχαν παρακολουθήσει τη λειτουργία μόλις λίγο πριν, μια λειτουργία που έγινε από έναν αρχιεπίσκοπο στολισμένο με πολύτιμα πετράδια, και τον μαύρο κρατήρα που άνοιξε η βραστή πίσσα, η τρύπα να καπνίζει και τριζοβολάει σαν κατσαρόλα στη θράκα, ωσότου εκείνος, ο ιππότης μας, ένιωσε μια γλυκερή μυρουδιά, μια μυρουδιά καμένου και καιγόμενοι υφάσματος, κι ένιωσε ένα τσούξιμο, και είδε πως ένα κομματάκι κρέας είχε πέσει στο χέρι του, ένα κομματάκι σάρκας από έναν από ‘κείνους τους ιππότες που λίγο πριν είχαν παρακολουθήσει τη λειτουργία κι εμπιστεύτηκαν τους εαυτούς τους στο Θεό, γιατί αυτό ακριβώς υπήρξε ο πόλεμος γι’ αυτόν, αν και για τους μικρούς βασιλιάδες υπήρξε, ίσως, κάτι άλλο και επίσης κάτι άλλο για τους Πάπες και τους Αυτοκράτορες, ίσως μια παρτίδα σκάκι παιγμένη εξ αποστάσεως, καθείς τους κλεισμένος σε μια πόλη, σ’ ένα παλάτι, σ’ ένα φρούριο μέχρι το τέλος του παιχνιδιού, και βγαίνουν και συναντιούνται και χαιρετιούνται σαν καλοί αθλητές και μοιράζονται το δικό τους μερτικό των κατακτημένων εδαφών, όμως τώρα ο ιππότης πήδηξε απ’ τη σκακιέρα των Παπών και των Αυτοκρατόρων, τώρα επιστρέφει στο κάστρο του, στη γυναίκα του που την άφησε νέα και που περιμένει να την βρει τόσο νέα όσο την άφησε, στο μεγαλόπρεπα φορτωμένο τραπέζι και το ζεστό καλοστρωμένο κρεβάτι, στο γεράκι που κάποτε κούρνιαζε στη γαντοφορεμένη γροθιά του τα πρωινά του κυνηγιού, στο λαούτο που κάποτε έπαιζε, τραγουδώντας σε μια αυλή της Προβηγκίας ή της Σικελίας στα  περίχωρα του Κίνο ντα Πιστόια, στο κάστρο όπου θα πετάξει επιτέλους από πάνω τους την πανοπλία σαν ένα ξεραμένο κακάδι, όπου θα βγάλει το κράνος του σαν ένα ξένο κεφάλι που δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να βρίζει και να αναζητά τα ίχνη του εχθρικού στρατού, επιστρέφει στο κάστρο του όπου οι μικροί βασιλιάδες, τους οποίους έσωσε απ’ την καταισχύνη της ήττας, θα τον γεμίσουν με τιμές, όπου ο Πάπας και ο Αυτοκράτορας που κινούν τα πιόνια στη σκακιέρα του πολέμου θα τον χρίσουν δούκα ή κόμη παλατινό, και, τότε, περνώντας μια στροφή του δρόμου, αντικρύζει πάνω σ’ έναν απρόσβλητο λόφο το απρόσβλητο κάστρο του, τριγύρω στα χωράφια τους χωριάτες να σκύβουν στο χώμα, βλέπει έναν σκύλο, έναν ντόπιο σκύλο, έναν αδέσποτο σκύλο που δεν ανήκει σε κανέναν, έναν σκύλο που τρέχει ανάμεσα στα βράχια σταματώντας εδώ κι εκεί για να φερμάρει τ’ αχνάρια άλλων σκύλων, και αντιμέτωπος με την ειδυλλιακή εικόνα του κάστρο, τους χωριάτες και τον σκύλο, ο ιππότης σκέφτεται ότι όπως δεν μπορεί να αντιληφθεί το πραγματικό νόημα του πολέμου, κρατημένου σφιχτά στα χέρια των Παπών και των Αυτοκρατόρων και μανιωδώς εποφθαλμιούμενου απ’ τους μικρούς βασιλιάδες, αυτοί οι σκυμμένοι πάνω στ’ αλέτρια τους αγρότες, που τους αρνιούνται τη γνώση του τρομερού σκοπού του πολέμου που ήταν δικός του για τόσο καιρό, γιατί γι’ αυτούς τους χωριάτες ο πόλεμος υπήρξε μια θολή φήμη, το λαμπύρισμα μιας μακρινής φωτιάς, η παρέλαση των στρατευμάτων κάτω στο δρόμο, και όσο για το σκύλο, σκέφτεται ο ιππότης, δεν ήξερε καν ότι γινόταν πόλεμος, δεν ήξερε καν ότι υπήρχε πλιάτσικο και πόλεμος, συνθήκες ευλογημένες απ’ τον Πάπα, ένας Αυτοκράτορας που ‘κανε τις λόγχες να ορθώνονται σα φαλλοί, θα συνέχιζε να τρώει, να κοιμάται, να ζευγαρώνει μ’ άλλα σκυλιά και ν’ αγνοεί το γεγονός ότι πολύ μακριά, εκεί που πολεμούσε ο ιππότης, τα σύνορα καταστρέφονταν για να ξαναφτιαχτούν αλλιώς, πραγματικά ο σκύλος δε θα μάθαινε ποτέ ότι ένας Βικάριος του Χριστού είχε συρθεί αιμόφυρτος στους δρόμους ή ότι ένας Αυτοκράτορας γονάτιζε, νυχθημερόν, γυμνός έξω από μια πόρτα που δεν άνοιξε ποτέ, δε θα μάθαινε ποτέ ότι το άνθος της χριστιανοσύνης είχε ψηθεί ζωντανό με πίσσα και λάδι κι ότι μια κωδωνοκρουσία απαγχονισμένων ανδρών σήμαινε τις ώρες σε μια σκοτεινή κι αδειανή πλατεία, διότι για τον σκύλο η βροντή που πολέμου ήταν ίδια με τον τρομερό αχό της βροντής της θύελλας, κι αν ο σκύλος είχε αντικρύσει την κόρη του πολέμου θα γαύγιζε όπως θα γαύγιζε έναν ξένο ή θα κουνούσε την ουρά του αν την έβρισκε φιλική ή του είχε δώσε κάτι για φαί, και, τώρα, ο ιππότης νιώθει περήφανος που είναι ιππότης, έχοντας υπάρξει ένα απ’ τα πιόνια στη σκακιέρα του πολέμου, που ανήκει στην ιστορία ακόμα κι αν το όνομα δεν εμφανιστεί στην Ιστορία, ακόμα κι αν μόνον τα ονόματα των Παπών και των Αυτοκρατόρων εμφανιστούν στα Χρονικά της Ιστορίας, και με μικρότερα γράμματα τα ονόματα των μικρών βασιλιάδων, και ο ιππότης λυπάται για τους χωριάτες που ούτε καν ανήκουν στην Ιστορία, και, κατάπληκτος απ’ τον σκύλο, σύγχρονο Παπών και Αυτοκρατόρων, που δεν θα μάθει ποτέ ότι υπήρξαν Πάπες κι Αυτοκράτορες, που ούτε καν θα μάθει ότι υπήρξαν ιππότες, νιώθει ένα είδος δέους βλέποντας αυτόν τον σκύλο που έρχεται να τον χαιρετήσει όπως θα ερχόταν να χαιρετήσει έναν χωριάτη ή έναν Αυτοκράτορα δίχως να ξεχωρίζει τον έναν απ’ τον άλλον, που έρχεται να τον χαιρετήσει δίχως να υποψιάζεται τις καταστροφές και τα ανδραγαθήματα που ζώνουν την πανοπλία του, και, ακολουθώντας τη σκέψη του, ακολουθώντας αυτόν τον ειρμό σκέψεων που αρχίζει με τον σκύλο, ο ιππότης σκέφτεται ότι ίσως οι τελευταίοι κρίκοι της αλυσίδας δεν είναι οι Πάπες και οι Αυτοκράτορες, γιατί, όπως ο σκύλος αγνοεί όσα ξέρουν οι χωριάτες, όπως οι χωριάτες αγνοούν αυτά που ξέρει ο ιππότης, όπως ο ιππότης αγνοεί όσα ξέρουν οι μικροί βασιλιάδες, όπως οι μικροί βασιλιάδες αγνοούν εκείνα που ξέρουν οι Πάπες κι οι Αυτοκράτορες, όπως οι Πάπες κι οι Αυτοκράτορες αγνοούν αυτά που ξέρει μόνον ο Θεός, ως ολότητα και με την τελειότητα της Αληθείας, και, σκεπτόμενος έτσι για τον πόλεμο, πιστεύοντας ότι για τον Θεό επίσης ο πόλεμος είναι κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που βλέπουν οι Πάπες κι οι Αυτοκράτορες, ο ιππότης πλημμυρίζει με ελπίδα, ελπίδα ότι στο μυαλό του Θεού, η Ιστορία θα περιλαμβάνει το όνομα του ιππότη, ελπίδα ότι αν ο Πάπας και ο Αυτοκράτορας, κυρίαρχοι του παιχνιδιού του πολέμου, θα χρίσουν τον ιππότη δούκα ή κόμη σε αναγνώριση της γενναιότητάς του, τότε ο Θεός, κυρίαρχος του παιχνιδιού των Παπών και των Αυτοκρατόρων, θα τον συγχωρήσει για τους φόνους, τους βιασμούς και τις λεηλασίες, αναγνωρίζοντας τα βάσανά του, την πείνα και την αϋπνία, και θα τον δεχτεί στον παράδεισο, κι αυτή η ελπίδα τον κάνει να χαμογελάσει, τον ξαλαφρώνει, και κάνει τις ταλαιπωρίες του παρελθόντος να φαίνεται πως άξιζαν τον κόπο, όταν, τελείως ξαφνικά, καθώς η ελπίδα ανακουφίζει τον ιππότη και τον κάνει να χαμογελά, ο σκύλος, που ‘τρεχε να τον συναντήσει, κοκαλώνει σαν μπροστά σε τοίχο, ανοίγει τα σαγόνια του κι αποκαλύπτει τα δόντια του κι αρχίζει να ουρλιάζει θλιβερά, ο ιππότης, όμως, αποδίδει τη συμπεριφορά του σε κάποια ασήμαντη αιτία, την αποδίδει στο γεγονός ότι ο σκύλος δεν τον ξέρει και φοβάται το άλογο ή την πανοπλία ή τη λόγχη με την κρεμάμενη αλεποουρά στη μια της άκρη, δεν είναι περίεργο που αυτός ο σκύλος των χωριατών φοβάται έναν ιππότη ντυμένο στα σίδερα κι ένα άλογο στολισμένο με καπιστράτα και χαλινάρια, έτσι ο ιππότης δε δίνει σημασία στη συμπεριφορά του σκύλου κι ακολουθεί το δρόμο που οδηγεί στο λόφο, στην κορυφή του οποίου στέκεται το κάστρο του, και οι οπλές του αλόγου του σχεδόν ποδοπατούν τον σκύλο που πετάγεται στο πλάι την τελευταία στιγμή και συνεχίζει ν’ αλυχτάει, συνεχίζει να κλαψουρίζει και να δείχνει τα δόντια του, ενώ ο ιππότης ξαναθυμάται τη νεαρή γυναίκα του, το γεράκι και το αγαπημένο του λαούτο, και ξεχνάει τον σκύλο, τον σκύλο που άφησε πίσω του όπως τον πόλεμο, κι αυτό που ο ιππότης δεν θα μάθει ποτέ είναι ότι ο σκύλος μύρισε στην πανοπλία του ιππότη τη δυσωδία του Θανάτου και της Κόλασης, γιατί ο σκύλος ξέρει κιόλας αυτό που ο ιππότης δεν γνωρίζει, ξέρει ότι στ’ αχαμνά του ιππότη μια φλύκταινα άρχισε να χύνει τα υγρά της Πανούκλας, και πως ο Θάνατος και ο Διάβολος περιμένουν τον ιππότη στα ριζά του λόφου για να τον πάρουν μαζί τους, διότι αν ο ιππότης μπορούσε να διαβάσει αυτά που τώρα γράφω θα σκεφτόταν, ίσως ακολουθώντας έναν ανάλογο ειρμό σκέψεων, αντίστροφο όμως, θα σκεφτόταν ότι όπως ο σκύλος σταμάτησε εκεί όπου αυτός περνούσε, έτσι οι ιππότες σταματούν εκεί που περνούν οι Πάπες και οι Αυτοκράτορες και, επομένως, ίσως οι Πάπες και οι Αυτοκράτορες αγνοήσουν τα ανδραγαθήματά του και δεν τον χρίσουν δούκα ή κόμη, θα σκεφτεί ότι ο πόλεμος των ιπποτών μοιάζει για τους Πάπες και τους Αυτοκράτορες με τη δυσωδία του Θανάτου και του Διαβόλου που μόνον οι σκύλοι μπορούν να μυρίσουν, κι ακόμα σ’ αυτόν τον ειρμό σκέψεων θα σκεφτόταν ότι ίσως οι Πάπες και οι Αυτοκράτορες σταματούν εκεί όπου διαβαίνει ο Θεός, ότι παίζουν ίσως μια παρτίδα σκάκι που ο Θεός δε λαμβάνει υπόψη του, δηλαδή ο Θεός δεν την παρακολουθεί, ίσως ο Θεός να μη βλέπει καν τη σκακιέρα τους, κι η θυσία των πιονιών δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό στα μάτι του Θεού κι ο ιππότες δε θα λάβει άφεση αμαρτιών ούτε θα γίνει δεκτός στον Παράδεισο, αν ο ιππότης, δηλαδή, συλλογιζόταν μ’ αυτόν τον τρόπο θα σκεφτόταν ότι ίσως για το Θεό τα γεγονότα που παγιδεύουν τους ανθρώπους πλέκουν έναν ιστό που δεν μπορεί να παγιδέψει το Θεό, με τον ίδιο τρόπο που ο ιππότης προσπέρασε δίχως να δει τον ιστό στον οποίο είχε μπερδευτεί ο σκύλος, αν και ο ιστός υφάνθηκε για τον ιππότη κι όχι για τον σκύλο, αν και οι προσευχές, οι ελπίδες, τα μαρτύρια των ανθρώπων υφαίνονται για το Θεό, όμως ο ιππότης ποτέ δε θα διαβάσει αυτά που τώρα γράφω, και φτάνει στα ριζά του λόφου, ευτυχισμένος με την ελπίδα ότι η ανδρεία του έχει υφάνει έναν ιστό που θα παγιδέψει τη μύγα Πάπα, τη μύγα Αυτοκράτορα, ευτυχισμένος με την ελπίδα ότι οι Πάπες και οι Αυτοκράτορες έχουν υφάνει έναν άλλο ιστό που θα παγιδέψει τη μύγα Θεό, ενώ, εκεί κάτω, στο δρόμο, ο σκύλος που μπερδεύει τις βροντές του πολέμου με τις βροντές της καταιγίδας εξακολουθεί να διεξάγει έναν άλλο, πολύ μεγαλύτερο, πόλεμο στον οποίο ο ιππότης μπερδεύει το αλύχτισμα του Θανάτου με το αλύχτισμα του σκύλου.

Advertisements
Κατηγορίες:Βιβλία, Τέχνες Ετικέτες:
  1. 14 Σεπτεμβρίου 2013 στο 12:05 πμ

    Θερμότατες ευχαριστίες σ’ Εκείνη που έψαξε επισταμένα να βρει τι έχει μεταφραστεί απ’ το έργο του Ντενέβι στα ελληνικά. Μερσί ντήαρ! 🙂 [Οπότε κι όλο το κρίμα στο λαιμό της.]

  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s