Αρχική > Uncategorized > Ένα σημείωμα για το 1968, μια χοιρινή, ένα τζατζίκι, δυο μισόκιλα και την απόδειξη για την εφορία

Ένα σημείωμα για το 1968, μια χοιρινή, ένα τζατζίκι, δυο μισόκιλα και την απόδειξη για την εφορία

Το κείμενο αυτό [μ’ αυτόν ακριβώς τον τίτλο 😉 ] είχε δημοσιευτεί ως «αντί επιλόγου» στο συλλογικό έργο -το εξώφυλλο του οποίου ακολουθεί- που είχε εκδοθεί το μακρινό 1998 για τα τριαντάχρονα του Μάη. Στο ίδιο βιβλίο είχα γράψει και τον πρόλογο, καθώς και κάποια κείμενα για το «’68» στο Μεξικό, στην Ιαπωνία και δεν θυμάμαι τι άλλο…

«Περνάς μέσα από μια περιστρεφόμενη πόρτα. Βρίσκεις μπροστά σου κάτι σαν συνδυασμό τηλεφωνικού κέντρου και τμήματος πληροφοριών κι εκεί κάθεται μια από εκείνες τις δίχως ηλικία γυναίκες που τις συναπαντάς σ’ όποια δημόσια υπηρεσία του κόσμου κι αν πας. Δεν ήταν ποτέ νέες και δεν θα είναι ποτέ γριές. Δεν έχουν ανάγκη να φανούν ευχάριστες σε κανέναν. Είναι ασφαλείς. Είναι πολιτισμένες δίχως να είναι ποτέ ακριβώς ευγενείς, και έξυπνες, και πληροφορημένες δίχως να έχουν κανένα πραγματικό ενδιαφέρον για τίποτα. Είναι αυτό που γίνονται τα ανθρώπινα πλάσματα όταν ξεπουλάνε την ζωή για την επιβίωση και την φιλοδοξία για την σιγουριά.»

Raymond Chandler

«Μήπως», αναρωτιέται ο Roger-Pol Droit, κριτικός της εφημερίδας Le Monde, «αντί να προσπαθήσει να διαλύσει την μηχανή με την μέθοδο του Κάφκα, ο Γκυ Ντεμπόρ καταποντίστηκε σε μια ομίχλη εν είδει Τζων Λε Καρέ[1]

Ο μοναδικός ίσως τρόπος με τον οποίο μπορεί κάποιος να προχωρήσει στην αποτίμηση μιας ιστορικής περιόδου, χωρίς να αδικήσει κανέναν, είναι με το να αρχίσει τους αφορισμούς. Και τα γεγονότα που σημάδεψαν την δεκαετία του 1960, που κορυφώθηκαν το 1968, που ατόνησαν σταδιακά μέσα στην επόμενη δεκαετία και των οποίων ο απόηχος φτάνει μέχρι σήμερα, προσφέρονται για μια τέτοια αντιμετώπιση.

Στην κλαουζεβιτσ-ναμπική προσέγγιση (στον πόλεμο χάνονται όλες οι μάχες εκτός από την τελευταία), στην χριστο-μαρξο-ντεμπορική (αφήστε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους, ο παράδεισος αποτελεί αναπόφευκτη κατάληξη για τους αληθινούς προλετάριους, οι μέρες αυτής της κοινωνίας είναι μετρημένες), στην μαρξο-καστοριαδική (η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης, άρα τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι;), στην μαο-καραμανλική (είναι αδιανόητο ένας δεκαεννιάχρονος να μην είναι επαναστάτης και ένας εικοσιεννιάχρονος να είναι), και στα εις μάτην επιχειρήματα του Ντεμπόρ για τον μάταιο, αλλά και εξαιρετικό, χαρακτήρα του έργου, δεν θα μπορούσαμε παρά να αντιπαραθέσουμε την ρήση «η αυτοκριτική είναι για τον άνθρωπο ό,τι είναι η ξινίλα για το στομάχι».

Και έχοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποφύγει να αδικήσουμε τους ανθρώπους, τις ιδέες τους και την ιστορία τους, θα αδικούσαμε κατάφωρα τους εαυτούς μας, το ανίδεόν μας και την μη-ιστορία μας.

«Όμως η Αδελφή δεν υποχωρούσε. “Θρησκεία!” είπε εκνευρισμένα, “τι να την κάνουμε;” Ο Σέλντον παραιτήθηκε. Όλη αυτή η ιστορία, αυτή η περιήγηση με την Σταγόνα Βροχής Σαράντα Τρία είχε καταλήξει στο μηδέν. Η Αδελφή όμως συνέχισε: “Έχουμε κάτι πολύ καλύτερο. Έχουμε ιστορία.” Και ο Σέλντον χαμογέλασε.»

Ισαάκ Ασίμωφ, Γαλαξιακή Αυτοκρατορία

«Να διαβάσουμε τον Ντεμπόρ και τον Τσόμσκι… Στην βιβλιοθήκη που λέμε να φτιάξουμε στο ΠΑΣΟΚ θα συγκατοικήσουν δίπλα στο αρχείο του Ανδρέα Παπανδρέου, ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Γκράμσι, ο Τόφλερ. Είχα προτείνει παλιά να διαβάσουμε Ντεμπόρ και Τσόμσκι και συνάντησα πολλά ανέκφραστα βλέμματα. Υπάρχουν και τα ράφια για τους νεότερους νεοέλληνες στοχαστές.»

Γιώργος Πασχαλίδης, Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ [2]

Εμπρός στον δρόμο που χάραξε ο άνθρωπος που «τούρτωσε» τον Μπιλ Γκέιτς της Microsoft:

«Όπως ομολογεί ο 52χρονος Νοέλ Γκοντέν δεν θεραπεύθηκε ποτέ από τον πυρετό του Γαλλικού Μάη. Με όπλα το ανατρεπτικό χιούμορ του νταντά, την μεθοδικότητα των σουρεαλιστών και τις θεωρίες των καταστασιακών…» [3]

Όταν σε φτύνουν ζωντανό, σε γλείφουν πεθαμένο:

«Φόρος τιμής στο ποτό. Από την βιογραφία του Γκυ Ντεμπόρ Panegyrique, εκδόσεις Γκαλιμάρ». [4]

Αν και πιστεύω ότι τα τελευταία πονήματα του Ντεμπόρ θα έπρεπε να φέρουν τον γενικό τίτλο Αίνος προς Οίνον. Το κακό είναι ότι διάφοροι βυσσιναδοπότες εν Ελλάδι, πήραν είδηση ότι ο «αρχηγός» έπινε, κι άντε να τους μαζέψεις τα μεσημέρια από τα καφενεία με τα μαρμάρινα τραπεζάκια. Να ‘χουν να λένε και να γράφουν. Ξεροσφύρι, όμως, ρε παιδιά;

«ΟΣΟ ΣΚΕΦΤΟΣΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΤΑ ΓΑΛΛΙΚΑ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΗΤΑΝ ΤΑ ΑΝΤΡΑ
ΤΗΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΤΑΞΙΚΟΣ ΕΧΘΡΟΣ
ΠΑΡΑΜΟΝΕΥΕ ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΙΑΤΟ ΤΗΣ NOUVELLE CUISINE,
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΟΜΩΣ;»

Διαφήμιση του περιοδικού ΕΥ (Περιοδικό Υλικού Πολιτισμού) [5]

Κάτω από το πρόσωπο ενός αποστεωμένου μαλάκα με ξεπλυμένα μάτια, και δίπλα στο κείμενο που προηγήθηκε, υπάρχει ένα πιάτο με κατάλληλα τοποθετημένα γύρω του τα κουταλομαχαιροπήρουνα. Μέσα στο πιάτο υπάρχει γραμμένη η φράση «NON PASARAN!».

Μερικοί άνθρωποι επιλέγουν να πεθάνουν γονατιστοί από το να ζήσουν όρθιοι, αν και το μέγα ερώτημα που τίθεται είναι το εξής:

Ο σταλινισμός είναι μια στιγμή της διαφήμισης ή η διαφήμιση μια στιγμή του σταλινισμού;

Ένας από τους σημαντικότερους λόγους αποτυχίας της επανάστασης του Μάη ήταν ο απόλυτος χαρακτήρας των αιτημάτων της.

(«Υπάρχει χειρότερη βασιλεία από εκείνη της αδιάλλακτης αρετής;» [Μπαλτάσαρ Γκραθιάν])

«Η ανθρωπότητα», σύμφωνα με τον Ρενέ Ριεζέλ, «θα ευτυχήσει μόνον όταν ο τελευταίος καπιταλιστής κρεμαστεί με τα έντερα του τελευταίου γραφειοκράτη».

Η ελληνορθόδοξη εκκλησία, τριάντα χρόνια μετά, είναι λιγότερο απόλυτη και περισσότερο ρεφορμιστική. Δεν προσδοκά παρά μόνον μικρές βελτιώσεις:

«Νομίζω ότι για να φτιάξουμε λίγο την κοινωνία, πρέπει να κρεμάσουμε έναν Δεσπότη, έναν δικαστή, έναν πολιτικό, έναν μηχανικό, έναν εργολάβο, έναν δικηγόρο και δυο-τρεις δημοσιογράφους.»

Χρυσόστομος, Μητροπολίτης Ζακύνθου [6]

Ή όπως το έθεσε ο Τζων Κ. Γκαλμπραίηθ – διάσημος οικονομολόγος του αιώνα μας:

«Έχοντας ήδη το εμβόλιο, ανακαλύψαμε την σύφιλη.»

Ωστόσο, ο Ζαν Κλωντ Βαν Νταμ, στην ταινία του Τζων Γου Hard Target (1995), έχει τον εξής διάλογο με τον πλούσιο κακό της ταινίας, λίγο πριν τον «καθαρίσει»:

Κακός: «Καλά, εσύ γιατί μπλέχτηκες σ’ αυτή την ιστορία;»
Βαν Νταμ: «Και οι φτωχοί πλήττουν.»

Σύμφωνα με τον Αμίν Μααλούφ [7], όταν οι απεσταλμένοι του Χασάν Σεμπάχ, του Γέρου του Βουνού, δολοφόνησαν τον Βαρτάν, τον πιστό σύντροφο του Ομάρ Καγιάμ, για να του αποσπάσουν το χειρόγραφο με τα ρουμπαγιάτ του ποιητή, άφησαν καρφωμένο στο στιλέτο του εγκλήματος ένα τσαλακωμένο φύλλο χαρτιού.

«Ο Ομάρ Καγιάμ έκλαψε τον μαθητή του όπως είχε κλάψει και τόσους άλλους φίλους του: με την ίδια αξιοπρέπεια, την ίδια καρτερία, την ίδια συγκρατημένη πίκρα. “Είχαμε πιει μαζί κρασί, εκείνοι όμως μέθυσαν δυο ή τρεις γύρους πριν από μένα”.»

Εξάλλου ο ίδιος είχε πει κάποτε ότι,

«Η ζωή είναι σαν την πυρκαγιά. Φλόγες που ο περαστικός ξεχνάει, στάχτες που ο άνεμος σκορπίζει, ένας άνθρωπος έζησε».

Το μήνυμα που έστειλε ο Γέρος του Βουνού στον παλιό του φίλο ήταν το εξής:

«Το χειρόγραφό σου πήρε πριν από σένα τον δρόμο για το Αλαμούτ.»


Σημειώσεις:

[1] «Γκυ Ντεμπόρ, Ο Τελευταίος των Μοϊκανών», Τα Νέα, 29 Οκτωβρίου 1988.

[2] Ελευθεροτυπία, 17 Νοεμβρίου 1996.

[3] Ελευθεροτυπία, 27 Φεβρουαρίου 1998.

[4] Τίτλος άρθρου του L’Express, αναδημοσιευμένο στην Καθημερινή, 3 Δεκεμβρίου 1995. Ο Πανηγυρικός κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.

[5] Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 1 Μαρτίου 1998.

[6] Penthouse, Ιανουάριος 1998.

[7] Σαμαρκάνδη, Ωκεανίδα, Αθήνα, 1989.

Advertisements
Κατηγορίες:Uncategorized