Αρχείο

Archive for Νοέμβριος 2015

Εικονομία: Μύθος 3 – «Αντιφασισμός»

Δακτυλογραφώ, αντιγράφοντας ασύστολα [δηλαδή, άνευ συστολής] και… αυτονόητα [δηλαδή, για λόγους που κανείς πια δεν κατανοεί] από το φυλλάδιο, που έγραψε ο Θανάσης Παπαράλλης, εκδότης της Εικονομίας,

«Εσωτερικό Κείμενο
Επαναπροσανατολισμού»:
Ζητήματα Ολοκλήρωσης Συστήματος:
Αντιεξουσιαστικός Χώρος

Ώρα Μηδέν

που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι [του 2007] από τις Bootleg Εκδόσεις «Εικονομία», και δη το κεφάλαιο «Μύθος 3 – «Αντιφασισμός» [σελ. 24-28]. [Διατηρώ την ορθογραφία και τις υπογραμμίσεις του πρωτότυπου, αλλάζω αυθαίρετα (δηλαδή, εδώ δεν… ψηφίζουμε) το μέγεθος των παραγράφων, για λόγους ιντερνετικής… εικονομίας, προσθέτω κάποια «κόμματα» εδώ κι εκεί, και υπογραμμίζω κατά το δοκούν.]

Σχετικά ιστοσημειώματα:

Εικονομία: “Εσωτερικό Κείμενο Επαναπροσανατολισμού” [Τα περιεχόμενα του φυλλαδία και ο «Πρόλογός» του.

Εικονομία – Πρόλογος ή Επίλογος: “Η σύνοδος της G8″ [Αποσπάσματα από το κείμενο «Πρόλογος ή Επίλογος»]

Εικονομία: Ο Ιός Συστήματος “Παγκοσμιοποίηση” [Πληροφορίες για το περιοδικό Εικονομία (όχι για το φυλλάδιο «Εσωτερικό κείμενο επαναπροσανατολισμού) και το κείμενο που δημοσιεύτηκε σ’ αυτό «Χωροχρονικές Στρεβλώσεις: Οι Επικυρίαρχοι«]

Μύθος 3 – «Αντιφασισμός»

Απ’ ότι έγινε μέχρι τώρα κατανοητό, μέσα σ’ αυτό το κείμενο δεν προβαίνουμε σε κάποιες θεωρητικές κι ακαδημαϊκές διορθώσεις όρων, αλλά αντίθετα προσπαθούμε να απαλείψουμε κριτικά πρακτικές ολέθριες, όπως είδαμε, για το κίνημα και που ήδη κοντεύουν να το μετατρέψουν σε έναν ασυνάρτητο κι ακίνδυνο τομέα μόδας: το ίδιο σκοπεύουμε να κάνουμε με το ιδεολόγημα του «αντιφασισμού», ενός αριστερής προέλευσης αναχρονισμού, που έχοντας εγκατασταθεί από καιρό τώρα στον χώρο σαν αξονική, συγκροτητική του φαντασίωση, τον μετατρέπει γοργά σε κάτι που ανησυχητικά αρχίζει να μοιάζει σε «νεολαία Λαμπράκη» ή σε μαοϊκό γκρουπάκι της μεταπολίτευσης.

Και η επαναφορά αυτού του πολιτικού νεαντερταλισμού από «κάποιους», θα ‘μασταν αρκετά αφελείς να πιστέψουμε πως ανταποκρίνεται μονάχα στο πραγματικό πισωγυρισμένο και άθλιο κριτικό επίπεδο του χώρου: κι αυτό γιατί η χρήση τέτοιου είδους αρχαϊκού πολιτικού λεξιλογίου κρύβει πίσω της συγκεκριμένα συμφέροντα, που κυριολεκτικά τρέμουν μπροστά στο ενδεχόμενο ενός ριζοσπαστικού βαθαίματος του αντιεξουσιαστικού λόγου, όπως ακριβώς ο διάβολος μπροστά στο λιβάνι.

Κι ας μην ξεχνάμε πως είναι μάλλον δύσκολο να κατηγορηθούν σαν «φασιστικές», οι εταιρείες που πουλάν «προοδευτικό» εμπόρευμα, όσο και οι αρχηγίσκοι που ασύστολα το προμοτάρουν. Κι έτσι κρατούν με την προπαγάνδα τους το επίπεδο της κριτικής σε τέτοια επίπεδα, που θα ‘ναι προφανώς ακίνδυνη για τους ίδιους και τα συμφέροντά τους: και κάπου εδώ θα παραθέσω ελαφρά παραλλαγμένο ένα σύνθημα γραμμένο στους τοίχους της θεολογικής: πως «οι ιδεολόγοι έχουν μια βασική ομοιότητα με τις πυγολαμπίδες: και οι δυο για να λάμψουν, χρειάζονται σκοτάδι«

Και μάλλον δύσκολα μπορεί να αντικρουστεί το γεγονός πως πάντα οι κάθε λογής και χρώματος αφεντάδες, θέλοντας να κυβερνήσουν τον λαό, δεν φρόντιζαν να ανεβάσουν το δικό τους επίπεδο νοημοσύνης: βλέπεις ήταν κατά πολύ ευκολότερο να κατεβάσουν αυτό του λαού…

Και μιας και οι «υπέροχες» εκείνες εποχές που η γνώση της γραφής και της ανάγνωσης ήταν θανάσιμο αμάρτημα για το «κοπάδι» έσβησαν οριστικά, οι επίδοξοι «ελευθεριακοί» ιδιοκτήτες μας στην θέση του μεσαιωνικού σκοταδισμού χρησιμοποιούν το σύγχρονο «ψηφιακό» ομόλογό του: την ενσωματωμένη σε εμπορεύματα ιδεολογία τους, το θέαμά τους. Έτσι λοιπόν φροντίζουν να κατεβάζουν το επίπεδο εκεί που συμφέρει τόσο στους ίδιους όσο και στο σύστημα που τους προσέλαβε.

Τα από δεκαετίες αδειασμένα από νόημα αυτά ιδεολογήματα, ο «αντιφασισμός», ο «αντιρατσισμός», κτλ., δεν κάνουν κάτι διαφορετικό από το να αποπροσανατολίζουν το αντιεξουσιαστικό κίνημα, και να το κρατούν μέσα στις λογικές συστήματος, αφήνοντας έτσι πάντα ανοιχτή την κερκόπορτα σε μια πανεύκολη πολιτική του υπερκέρωση.

Κάθε αντιφασιστική ή παρόμοια αναχρονιστική νότα, τραβά το κίνημα κάποιες δεκαετίες πίσω, τότε που ακόμα υπήρχαν φασίστες και ο αποπροσανατολισμός του είναι «ηλίου φαεινότερος»: γιατί περιγράφοντας τον σύγχρονο καπιταλισμό σαν ρατσιστικό, φασιστικό ή εθνικιστικό, το στρέφει όχι ενάντια στις εμπροσθοφυλακές του συστήματος, αλλά ούτε καν ενάντια στις οπισθοφυλακές του, το στρέφει ενάντια στο απόλυτο κενό, ακριβώς όπως τον Δον Κιχώτη ενάντια στους ανεμόμυλους.

Αλλά το κακό δεν σταματά εκεί, γιατί χρησιμοποιώντας συνθήματα μιας ξεχασμένης μέσα στην άβυσσο του χρόνου εποχής, και ζητώντας έτσι από τον καπιταλισμό να ολοκληρωθεί την στιγμή που από δεκαετίες τώρα το ‘χει ήδη κάνει, το κίνημα βάζει από μόνο του το κεφάλι του πάνω στον πάγκο της αφομοίωσης και η υπερκέρωσή του από κει και πέρα είναι απλά στην απόλυτη δικαιοδοσία του συστήματος, που παίζοντας πια εντός έδρας μπορεί με τα ΜΜΕ και τους πολιτικούς του να εκτονώσει ακαριαία την όποια κίνησή του.

Πρακτικά το ανατρεπτικό κίνημα χρησιμοποιώντας τα παρωχημένα αυτά ιδεολογήματα αυτοϋποβιβάζεται σε δημοκρατικό: ζητά ουσιαστικά δημοκρατία, το σύστημα τού πετά ένα ψίχουλο δημοκρατίας, η κατάσταση «ξεφουσκώνει», αποσυμπιέζεται, τέλος…

Κι ας μην ξεχνάμε κάτι βασικό: ο καπιταλισμός σε φάση καλπάζουσας παγκοσμιοποίησης είναι βαθύτατα αντιφασιστικός, αντιρατσιστικός, αντισεξιστικός ή ό,τι άλλο, γιατί έτσι τον συμφέρει: χρησιμοποιεί τα ιδεολογήματα αυτά που από δεκαετίες τα ενσωμάτωσε μαζί με τους φορείς τους, για να διαλύσει τοπικισμούς κι αρχαϊσμούς που υψώνονται στο διάβα του, και το κίνημα εγκλωβισμένο μέσα στις αξονικές αυτές αλλοτριώσεις του, το μόνο που καταφέρνει είναι το να παίζει τον ρόλο ενός ουραγού υπό διάλυση: εγείροντας δημοκρατικά ιδεολογήματα «ενάντια» στο σύγχρονο σύστημα, ο χώρος προσπαθεί μάταια να «κομίσει» γλαύκας εις Αθήνας, ή αλλιώς μοιάζει καταπληκτικά με τον εγγονό που θέλει να δείξει στον παππού πού είναι «το έτσι» της γιαγιάς.

Το σύστημα είναι εχθρός μας όχι επειδή δεν είναι δημοκρατικό αλλά, ακριβώς, επειδή είναι.

Κάποια στιγμή οι ελευθεριακοί, οι αντιεξουσιαστές και όσοι τέλος πάντων επιθυμούν την επαναστατική μετατροπή της κοινωνίας, πρέπει να καταλάβουν πως οι εργοδότες και τα ΜΑΤ που συναντούν μπροστά τους στην δουλειά και στον δρόμο, καμία δεν έχουν σχέση με κάποιον «φασισμό», που έτσι κι αλλιώς «βούτηξε» στο χρονοντούλαπο της ιστορίας ήδη από το 1974: τα ΜΑΤ είναι τα όργανα καταστολής της σύγχρονης κοινωνίας του θεάματος, που έχει τόση σχέση με τον φασισμό, όσο το internet με κάποιο ταχυδρομικό περιστέρι: και δεν φαντάζομαι να ‘χει κανείς αντίρρηση, πως αν στα γεγονότα του Μαρτίου [σ. Θ&Δ: 2007] αντί για τα ΜΑΤ είχαμε μπροστά μας τους μελανοχίτωνες του Μουσολίνι ή τα εσ-ντε του Χίτλερ, στην περίπτωση αυτή τα κοφίνια μας ούτε η πλατεία Συντάγματος δεν θα τα χωρούσε…

Είναι ίσως λοιπόν «καλύτερη» η δημοκρατία από τον φασισμό; ΟΧΙ, είναι μονάχα διαφορετική, γιατί η κυριαρχία της δεν βασίζεται στην ανοιχτή βία, είναι πολύ έξυπνη για να κάνει κάτι τέτοιο: είμαστε άραγε κι εμείς έστω και λίγο ξύπνιοι για να καταλάβουμε τελικά πως η δημοκρατία κυριαρχεί βασισμένη στο θέαμα, στην τεχνολογικά εξοπλισμένη παραπλάνηση;

Κι όμως, τα ΟΛΕΘΡΙΑ αποτελέσματα που παράγονται από την χρήση που υφίσταται ο χώρος από τα αντιφασιστικά ιδεολογήματα, παν ακόμα μακρύτερα: γιατί επαναφέροντας ιδεολογήματα μιας παρωχημένης εποχής, φετιχικά και υποσυνείδητα ταυτόχρονα, επαναφέρεις και τις αντίστοιχες, εξίσου παρωχημένες πρακτικές τους: αντιφασισμός λοιπόν: Βαρκελώνη ’36, συνεπώς μαθηματικά και άκριτα, ηρωικά κατά μέτωπο γιουρούσια και οδοφράγματα: το πόσο μάταια κι αναχρονιστική είναι η «μαγεμένη» επαναφορά της πρακτικής που αντιστοιχούσε στον αντιφασισμό της εποχής εκείνης το διαπιστώνεις άμεσα, συγκρίνοντας τις κραυγαλέες πολεοδομικές διαφορές του 1936 με το σήμερα: για όποιον έχει περπατήσει στις «ράμπλας» και στα «μπάριος» της Βαρκελώνης, που σαν διατηρητέα έμειναν απαράλλακτα μέσα στο πέρασμα του χρόνου, γίνεται αμέσως φανερό πως για ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό οδόφραγμα που θα κόψει την πόλη στα δύο, ένα αναποδογυρισμένο διπλό κρεβάτι και δύο καρέκλες είναι αρκετά: το ίδιο και στην Σεβίλλη, ή στο παρισινό Καρτιέ Λατέν, όπου απλώνοντας τα χέρια σου δίχως καμιά υπερβολή, ακουμπάς τους οριοθετικούς του δρόμου τοίχους των σπιτιών: κι ας μην ξεχνάμε πως τον «παλιό εκείνο τον καιρό» πέρα από τις τεράστιες, τις πλατιές σύγχρονες λεωφόρους, ήταν εξίσου ανύπαρκτα τα δακρυγόνα, τα ελικόπτερα και τα τανκς.

Και συνυπολογίζοντας το βασικότερο, το γεγονός δηλαδή πως οι εξεγερμένοι ήσαν και πολλαπλάσιοι, αλλά και άπειρες φορές πιο αποφασισμένοι σε σύγκριση με τους σημερινούς, γίνεται ολοφάνερο το πόσο μάταιη είναι η υποσυνείδητη, η υπνωτική, επαναφορά των αντίστοιχων στον αντιφασισμό πρακτικών στις σύγχρονες συνθήκες. Γεγονός που κάθε άλλο παρά στενοχωρεί το σύστημα, που, όπως απέδειξε τα τελευταία 20 με 25 χρόνια, μπορεί λίγο-πολύ άνετα να χειριστεί στρατηγικά κάθε περίπτωση ανεγκέφαλης και μετωπικής με αυτό αντιπαράθεσης.

Λυπάμαι που σας κακοκαρδίζω φίλοι μου, δεν ξέρω αν τελικά νικήσει ο «τρόμος», αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα νικήσει ο «δρόμος», απλά γιατί διαπλατύνθηκε…

Σαν συμπέρασμα το αντιφασιστικό αξονικό του χώρου ζήτημα, το μόνο που καταφέρνει είναι να τον αφοπλίζει κριτικοπρακτικά, βάζοντάς τον να «παίξει» σε τομείς που από κάθε άποψη κι από πολύν καιρό έχει κυριαρχικά «ρεζερβάρει» το σύστημα.

Εχθρός από δεκαετίες τώρα δεν είναι πια ο ανύπαρκτος εξάλλου φασισμός αλλά ο σύγχρονος θεαματικός καπιταλισμός, και αν κάποιοι είναι κριτικά ανεπαρκείς να τον αναλύσουν ώστε να τον πολεμήσουν, ή απλά απρόθυμοι να το κάνουν, πρέπει τουλάχιστον άμεσα να σταματήσουν να καλύπτουν την προσωπική τους ανικανότητα ή τις πονηρές τους business πίσω από τον απλοϊκό αποπροσανατολισμό του χώρου, που οι ίδιοι, χρόνια τώρα, επιχειρούν, πετώντας τον από το ένα αδιέξοδο ιδεολόγημα στο άλλο.

«Καθαρές» έννοιες, όπως «φασισμός», «ελευθερία» και «καταπίεση», δεν υπάρχουν σαν διαχρονικές, αλλά μονάχα σε άμεση συνάρτηση με την εποχή τους: κάθε εποχή δημιουργεί την δική της επανάσταση και τους λεκτικούς όρους που την περιγράφουν: ο φασισμός είναι ένα συγκεκριμένο ιστορικό συμβάν που ξετυλίχτηκε σε εξίσου συγκεκριμένους τόπους και χρόνους, και ο όρος αυτός δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να περιγράψει σύγχρονα φαινόμενα, γιατί, όπως είδαμε, μονάχα σύγχυση η χρήση αυτή εγγυάται: κι άμα καμιά φορά ακούμε όρους όπως «ελευθερία» ή «καταπίεση» να αναφέρονται γενικά, διαχρονικά και αόριστα, ας είμαστε σίγουροι πως δεν προστίθενται στο μαργαριταρόστεμμα της επαναστατικής διαλεκτικής, αλλά σαν μια ακόμα φτυσιά στην σιχαμερή σαλιάρα της παπαδίστικης μεταφυσικής της ιδεολογίας.

Τα αξονικά του χώρου αυτά ιδεολογήματα αποτελούν ξεκάθαρα κομμάτια του συστήματος, που υιοθετώντας τα κινδυνεύει άμεσα, αν δεν έχει ήδη συμβεί, να ενσωματωθεί αμετάκλητα σ’ αυτό: το να υποβαθμίζεις το κίνημα σε ρόλο ψαριού-πιλότου, που ζει από τις τροφές που απομένουν στα δόντια του καρχαρία, ενέχει ακριβώς τον ίδιο κίνδυνο μιας βαρκούλας που βρίσκεται στα απόνερα ενός Τιτανικού: πρακτικά, όποιος τρέφεται από τις βραχυπρόθεσμα υπό εξαφάνιση δευτερεύουσες ανεπάρκειες του συστήματος, η ολοκλήρωση του τελευταίου de facto τον καταδικάζει σε εξαφάνιση, κάτω από τις σωρευτικές συνέπειες της διαλεκτικής του «ασιτίας».

Κατηγορίες:Εικονομία

«Αν είναι να μείνωμε ημείς νηστικοί, ας πάη στο διάβολο η ελευθερία. Έφαγαν αυτοί, ας φάμε και εμείς τώρα.»

Αυτά «διαβάζαμε» στις 25 Αυγούστου 2009…

Η Ελλάδα ως κράτος υπήρξε εξ αρχής ο Λίβανος των Βαλκανίων. Ένα κράτος δηλαδή ιστορικής σκοτοδίνης, χωρίς κανέναν φορέα εθνικής υπάρξεως (τα ιστορικά αίτια τα εξετάσαμε αλλού: βλ. το βιβλίο μας «Επί της Δομής του νεοελ. Κράτους», β’ έκδ. 1990). Μια απλή ματιά στα κατά καιρούς ελληνικά Συντάγματα είναι ικανή, για να δείξη την έλλειψη θεμελίων εξ αρχής αυτού του Κράτους.

Το πρώτο Σύνταγμα της Επιδαύρου, το πρώτο πράγμα που ορίζει (§ α’) σαν φορέα του Κράτους είναι η θρησκεία. Αναγκαστικά δηλαδή μια και αυτοί που επαναστάτησαν κατά των Τούρκων έπρεπε να έχουν κάτι που να τους ξεχωρίζη. Αλλά τότε θρησκείες υπήρχαν πολλές και αμέσως η ίδια παράγραφος, για να αποφύγη τον εμφύλιο πόλεμο που ήταν ήδη μια πραγματικότης, ορίζει στην δεύτερη φράση, ότι «η Διοίκησις ανέχεται και πάσαν άλλην θρησκείαν».

Το νέο κράτος έπρεπε να το λένε βέβαια «Ελλάδα», δεν υπήρχε όμως κανένα χαρακτηριστικό των «Ελλήνων», αφού η σύνθεση του πληθυσμού ήταν Αρβανίτες, Τούρκοι, Έλληνες, Βλάχοι, Σλάβοι, Πομάκοι, Γύφτοι κ.λπ. Αμέσως λοιπόν το ίδιο Σύνταγμα στην § β΄δίνει και το ορισμό του «Έλληνος»: «όσοι αυτόχθονες πιστεύουσιν εις Χριστόν». Ποιος όμως είδε ποτέ την πίστη και ποιος την μέτρησε; Ήταν αυτό κριτήριο εθνικής υπάρξεως, ύστερα από τεσσάρων αιώνων συμβίωση με μια συγγενή θρησκεία, την οποίαν είχε αποδεχθή το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της δυτικής Ελλάδος; Και σε ποιον Χριστό, τον ορθόδοξο ή τον καθολικό; Άρα λοιπόν δεν υπήρχε θέμελο στηρίξεως αυτού του κράτους και αποφυγής του εμφυλίου πολέμου (ο οποίος εκράτησε τότε δέκα ολόκληρα χρόνια και εσταμάτησε με πρωτοβουλίες των ευρωπαϊκών δυνάμεων). Μεγάλη σημασία έχει το «αυτόχθονες» της παραπάνω παραγράφου, που φανερώνει επίγνωση της «λιβανοειδούς» μορφής της Ελλάδος σε όσους συνέταξαν το Σύνταγμα.

Όντως στο «Σύνταγμα του Άστρους«, που είναι ταυτόχρονο με το άλλο, ορίζεται στην § ιβ’: «Η Διοίκησις πολιτογραφεί αλλοεθνείς υπό τον όρον να αποκτήσωσιν εντός πενταετούς διαστήματος ακίνητα κτήματα εν τη Επικρατεία». Δηλαδή, στην συνείδηση αυτών που απέκτησαν την «Επικράτεια», αυτή ήταν ένας χώρος για ξεπούλημα και άρχισαν να καλούν για «επενδύσεις», όπως θα λέγαμε στην σημερινή διάλεκτο, δηλαδή για λεφτά. Το «αλλοεθνείς», δεν σημαίνει βέβαια τους εκτός της Επικρατείας «αλύτρωτους» πειναλέους, αλλά πάντα τους «εις Χριστόν πιστεύοντας» που μπορούσαν να έχουν λεφτά, ανεξαρτήτως εθνικότητος. Κατά τον τρόπον αυτόν και ένας συγγενής του Σουλτάνου που ήταν πρόθυμος να δηλώση «εις Χριστόν πιστεύων», μπορούσε να έρθη στην «Επικράτεια» και να επενδύση.

Φυσικά οι πρώτοι μεταξύ των αλλοεθνών που θα έβλεπαν την επιχείρηση με ενδιαφέρον, πλην βεβαίως των ανά την οθωμανικήν αυτοκρατορία και εκτός αυτής ελληνοφώνων «εις Χριστόν πιστευόντων», θα ήσαν και οι Άγγλοι, και αυτοί «εις Χριστόν πιστεύοντες», οι οποίοι, αφού ήσαν οι πλουσιώτεροι και εμπορικώτεροι, κατά απολύτως νόμιμον και φυσικόν τρόπο θα απέβαιναν και οι σπουδαιότεροι κεφαλαιούχοι της «βιομηχανίας». Συνταγματικώς δεν υπήρχε κώλυμα για κανέναν. Αλλά βέβαια, αυτός που επενδύει τα λεφτά του, είναι φυσικό να έχη και την μέριμνα να μην τα χάση. Είναι δηλαδή φυσικό να απαιτή να υπάρχουν κάποιοι νόμοι που να του κατοχυρώνουν τα κεφάλαια, ή, επειδή τότε ο ελληνικός Λίβανος ήταν αμπέλι ξέφραγο (αυτό άλλωστε το ανεγνώριζαν και τα ίδια τα Συντάγματα τότε δια του όρου «Χέρσος Ελλάς»), να συμμετέχη στην διοίκηση, για να μπορή να ελέγχη τον κόπο και την περιουσία του. Αν βεβαίως προϋπάρχουν οι νόμοι, ο καθένας που θα επενδύση σκέφτεται τα υπέρ και τα κατά και αναλόγως ενεργεί. Όταν όμως ένα πράγμα βγαίνη στο σφυρί, και μάλιστα επισήμως δια «Συντάγματος» ως χέρσος τρόπος, άλλος τρόπος δεν υπάρχει εκτός από τον έλεγχο της διοίκησης.

Αυτό εδημιούργησε τότε ένα πρόβλημα. Οι μεν ελληνόφωνες επενδυτές του εξωτερικού (οι «ετερόχθονες») ανέλαβαν και τα διοικητικά πόστα (άλλωστε αυτοί ήταν και οι μορφωμένοι του καιρού), οι «αυτόχθονες» όμως ήθελαν μεν τα λεφτά των άλλων, αλλά να τα διοικούν αυτοί. Ουδέν βέβαια το λογικώς αντιφατικόν σε μια επιχείρηση Λιβάνου σαν αυτή της τότε Ελλάδος, μόνο που τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να συμβαδίσουν με τις προθέσεις.

Εδημιουργήθη λοιπόν έκτοτε ένας διοικητικός και κοινωνικός εμφύλιος πόλεμος που διαρκεί ακόμη ώς τα σήμερα, περί του ποιος θα πρωτοφάη τι, ακολουθώντας το σχήμα μιας μαθηματικής καμπύλης με «μάξιμα» και «μίνιμα». Ένα από τα σπουδαιότερα «μάξιμα» αυτού του διαρκούς πολέμου ήταν η σχετική συζήτηση στην «Βουλή» κατά τις αρχές Γενάρη του 1844, όπου αφού απερρίφθη η αίτηση του νομού Λακωνίας για φορολογική ασυδοσία (διότι κατά τον «αιτιολογικόν» αυτή είχε κατοχυρωθή δι’ ειδικού διατάγματος μεταξύ Λακώνων και Σουλτάνου…), εσυζητήθη εν συνεχεία το θέμα του… κορβανά. Υπέρ της εκδιώξεως όλων των μορφωμένων και ικανών από τις δημόσιες θέσεις υπήρξαν, με εισήγηση του Ρήγα Παλαμήδη και του Μακρυγιάννη, οι Πλαπούτας, Δεληγιάννης, Γρίβας, Κορφιωτάκης κ.ά. Κατά του μέτρου αυτού διετέθη η πλειοψηφία της τότε Βουλής και οι «αριστείς» αυτής, Πετσάλης, Περαιβός, Σίμος, Ζωγράφος, Βελέντζας, Αξελός, Ρέντης, ακολουθούμενοι από το «βαρύ πυροβολικόν της Συνελεύσεως», τους αντιπροέδρους Κωλέττη και Μαυροκορδάτο και τον ίδιο τον πρωθυπουργό Μεταξά.

Ο Παλαμήδης μεταξύ άλλων υποστήριξε «πεισμόνως» στον λόγο του το εξής (όπως θα ιδή ο αναγνώστης πρόκειται για αυτό τούτο το «ψητό», να βάλουν δηλ. στο χέρι τις ξένες επενδύσεις):

«Ημείς δεν στερούμε τους ετερόχθονας παρά την ενέργειαν της εξουσίας… Ας επιχειρήσωσι ιδιωτικά έργα, ας καλλιεργήσωσι γαίας, ας μετέλθωσι εμπόριον και βιομηχανίας, εις τα Υπουργήματα όμως δεν τους δεχόμεθα… Ας τραβηχθούν δι’ ολίγα χρόνια να κανονίσωμεν ημείς μόνοι την υπηρεσίαν μας. Πρόκειται ΝΑ ΡΙΨΩΜΕΝ ΒΑΛΣΑΜΟΝ εις τας πληγάς μας και όχι τρεμεντίνα«.

Και ο Μακρυγιάννης με την σειρά του, οπλοφορών και συγγραφεύς – δηλαδή έχων την αφαιρετικήν δύναμη του λόγου και εξησκημένος με την ακρίβειαν των στόχων-, συνοψίζει το όλον κατηγορηματικώτατα:

«Αν είναι να μείνωμε ΗΜΕΙΣ νηστικοί, ας πάη στο διάβολο η ελευθερία. Έφαγαν αυτοί, ας φάμε και ΕΜΕΙΣ τώρα.»

(Βλ. Κων. Μ. Γράψα, Διευθυντού της ελλ. Βουλής: «Ελληνική πολιτική εγκυκλοπαίδεια», τευχ. Α’ (Η πρώτη εθνική Συνέλευσης 1843-1844), Αθήναι 1947, σελ. 21).

Να λοιπόν ότι στην Ελλάδα δεν χρειαζόμαστε «εξεταστικές επιτροπές» για τίποτε. Τα πάντα είναι αρχήθεν δεδομένα… Οι «πληγές» του Παλαμήδη δεν είχαν κλείσει είκοσι τρία χρόνια μετά την επανάσταση, και όπως φαίνεται στην Ελλάδα δεν κλείνουν ποτέ ανάλογες «πληγές»… Και για τον «ήρωα» Μακρυγιάννη, «ας πάη στο διάβολο η ελευθερία» – δηλ. και η Ακρόπολη και τα αρχαία και τα πάντα, αν πρόκειται να μην φάγωμεν ημείς…

Να το τόσο μίσος για τους «φραγκολεβαντίνους», με τις ρεντικότες, που μας «εμόλυναν τον πολιτισμό» της πανδαισίας… Αλλά και αν υποθέσωμε πως έτρωγαν, τι μπορούσαν να φάνε σε δέκα χρόνια από την άφιξη του Όθωνα και σ’ ένα κράτος ρημαγμένο από τον εμφύλιο, χωρίς φράγκο στα ταμεία, χωρίς δάνεια και… «αμερικανικές βάσεις» (το αγγλικό είχε μισοναυαγήσει καθ’ οδόν), χωρίς μόρφωση και παραγωγή, χωρίς τίποτε;

Ο Όθωνας ήθελε κράτος και το κράτος χρειάζεται έναν ωρισμένο βαθμό γραφειοκρατίας. Ώφειλαν οι Βαυαροί να δημιουργήσουν «κίνητρα», προκειμένου να έρθη κόσμος για να φκιάξουν διοικητικά αυτό το κράτος, να «φάνε» όμως μόνο εν μέτρω θα τα κατάφερναν οι «ετερόχθονες», διότι οι Βαυαροί έδειξαν πως εννοούσαν όντως να φκιάσουν κράτος. Και αν συνεπώς ακόμη «έτρωγαν», τα δικά τους έτρωγαν, ή εν πάση περιπτώσει κάτι που δεν το στερούσαν από άλλους. Αλλά ο Μακρυγιάννης εμυριζόταν τον αέρα: έβλεπε τις «ενέσεις» των Βαυαρών, διέκρινε το «επενδυτικό ενδιαφέρον», έστω και μικρό των φιλελλήνων, άκουγε για τις προθέσεις των «εθνικών ευεργετών». Αλλά όλα αυτά του ήταν βάσανο ανυπόφορο! Δεν «έτρωγαν», «θα έτρωγαν» ίσως – κι αυτή η ιδέα του Μακρυγιάννη τού κοψοχόλιαζε τα σωθικά σαν τον φόβο μικρού παιδιού… «Δι’ ολίγα χρόνια» μόνο, λέει ο Παλαμήδης. Αυτό και μόνον δείχνει καλά την ιδέα περί Κράτους των τότε «αυτοχθόνων»…

Εν τω μεταξύ, στην ίδια Συνέλευση κατά την συνεδρία της 20/1/44 απεδείχθη ότι όλοι αυτοί οι… βαλσαμοζήτες ήσαν φοροφυγάδες ολκής, δεν είχαν πληρώσει ποτέ φόρο στο Δημόσιο και κατά πρόταση του πληρεξουσίου Ερμουπόλεως Περίδη απαιτήθηκε να μην καταλαμβάνουν δημόσιες θέσεις. Εξ αυτού του λόγου μάλιστα τότε εξεδόθησαν και οι «νόμοι του Σόλωνος» στην Σύρο – μήπως και «διδαχθούν» οι τότε λυμεώνες του δημ. προϋπολογισμού δηλαδή απ’ τους «αρχαίους προγόνους»!!! (Το βιβλίο αυτό εξεδόθη τω 1844 στην Ερμούπολη από τον Ν. Παπαδούκα, ο οποίος τέσσερα χρόνια αργότερα θα προβή και [σε] σχολιασμό του Συντάγματος του 1844. Το βιβλίο αυτό επανεξεδόθη προσφάτως.

Πρέπει να σημειωθή, ότι η Σύρος, η οποία ετήρησε ουδέτερη στάση στην Επανάσταση του ’21, ανεμιγνύετο εν συνεχεία στις καταστάσεις του τότε κράτους με την συνείδηση αυτονόμου περιοχής, πράγμα που εξηγεί και την εξόχως κριτική της στάση – της περιπτώσεως του Ροΐδη συμπεριλαμβανομένης). Φυσικά η πρόταση κατεψηφίσθη… Άλλοθι των «αυτοχθόνων» ήταν, ότι πολλοί πολεμιστές του ’21 περιέπεσαν εν συνεχεία σε φτώχεια. Ο βαθύτερος λόγος όμως δεν είναι ότι τους εγκατέλειψε το Κράτος, παρ’ όλον που ήταν φυσικό σε μια κατεστραμμένη χώρα από μακροχρόνιους εμφυλίους πολέμους να υπάρχουν πολλοί φτωχοί. Η σαδιστική εγκατάλειψη του επικρατήσαντος κράτους σε μερικούς αγωνιστές οφείλεται κατά κύριον λόγο στην εκβαρβάρωση των τότε ηθών λόγω της θρησκευτικής εγκαταλείψεως των κατοίκων του ελλαδικού χώρου ανά τους προηγούμενους αιώνες. Απεδείξαμε τα αίτια των εμφυλίων πολέμων (βλ. προμνημονευθέν βιβλίο μας). Οι επικρατήσαντες Χριστιανοί, καθότι και μειονότης, εφέρθηκαν με απέραντον σκληρότητα ως κράτος προς τους πρώην μωαμεθανούς συναγωνιστές των στον αγώνα, που ήταν και η πλειονότης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της γυναικός του Ο. Ανδρούτσου (Ελένης, γνωστής ως «Οδυσσέαινας», το γένος Καρέλη), η οποία ανετράφη στην αυλή του Αλή Πασά και παντρεύτηκε τον Οδυσσέα εκεί. Όλη της την ζωή έκανε δίκες για τους αρπαγέντες θησαυρούς του άνδρα της (βλέπομε κι εδώ πάλι «θησαυροί»…), τους οποίους φυσικά ουδέποτε πήρε, όταν δε έχασε και τον γυιό της σε ηλικία δώδεκα ετών στο Μόναχο, όπου τον είχαν πάρει για δωρεάν σπουδές, αφέθηκε στην εγκατάλειψη και πέθανε φτωχή και λησμονημένη. Ο Οδυσσέας όμως ήταν μωαμεθανός Έλληνας. Η μάνα του ήταν μπέησσα, όπως αναφέρεται και στον ανδριάντα του στην πλατεία της Πρεβέζης… Η «προδοσία» του υπήρχε μόνο στην φαντασία των εχθρών του και η φρίκη του θανάτου του στον θρησκευτικό βαρβαρισμό τους… Το ίδιο συνέβηκε και για πολλούς άλλους αγωνιστές, όταν επεκράτησε το χριστιανικό κράτος. Όχι ο Όθωνας και η βασιλεία ή η Διοίκηση με τους «ετερόχθονες»· ο «χριστιανισμός» ετιμώρησε πολλούς αγωνιστές του ’21…

Αυτές όμως οι λεπτομέρειες στα χέρια του Μακρυγιάννη ήσαν μαντηλάκια στα χέρια θαυματοποιού… Μαζί με τον Παλαμήδη, καίτοι μειοψηφία στην Συνέλευση, τα κατάφεραν. Όντως απεκλείσθησαν από τις δημόσιες θέσεις όλοι οι ικανοί και μορφωμένοι, ειδικά οι πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών δι’ ιδιαιτέρας συνεδρίας της 19/1/44, και οι οπωσδήποτε έχοντες σχέση με Γράμματα και Τέχνες. Από εδώ και πέρα ο δρομοδείκτης της Ελλάδας θα ήταν σαφής: οι πολλοί θα επιχειρούσαν τα «ιδιωτικά έργα» και κάποιοι στα «Υπουργήματα» θα «εκανόνιζαν» τα… βάλσαμα. Γιατί θα έπρεπε οι ξένοι να ενδιαφερθούν περί του αντιθέτου, όταν οι ιθαγενείς με όλα τα παράσημά τους ήθελαν την Ελλάδα σώνει και καλά Λίβανο; Κι ωστόσο ο Όθων πολύ ενδιαφέρθηκε…

Γεράσιμος Κακλαμάνης, Η Ελλάς ως Κράτος Δικαίου, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1990, σελ. 90-94 (διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου, όχι όμως και το πολυτονικό. Οι ΥΠΟΓΡΑΜΜΙΣΕΙΣ του συγγραφέα, μια μικρή προσθήκη σε αγκύλες [ ] δική μου, τα έντονα, η παραγραφοποίηση όπως και όλα τα λινκάκια δικά μου).

Κατηγορίες:Uncategorized

Φασισμός – Αντιφασισμός

Ένα ποστάκι που αλίευσα εδώ γύρω…

Αναρτημένο στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Παντελώς ανεπίκαιρο, δηλαδής 🙂


 

Ο Gilles Dauvé [1947, που χρησιμοποιούσε παλιότερα και το ψευδώνυμο Jean Barrot] είναι Γάλλος κομμουνιστής. Όχι από τους λενινιστές/τροτσκιστές/σταλινικούς/μαοϊκούς, αλλά απ’ τους… άλλους. Ακολουθούν αποσπάσματα από δύο βιβλία του που έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά, σχετικά με το ζήτημα του φασισμού και του αντιφασισμού. Ως τροφή για -ανεπίκαιρες- σκέψεις… [Οι υπογραμμίσεις και η «παραγραφοποίηση» δικές μου.]

dauve.jpg

Ζιλ Ντωβέ
Έκλειψη και Επανεμφάνιση του Κομμουνιστικού Κινήματος

εκδ. Κόκκινο Νήμα, 2002. [Το βιβλίο υπάρχει ολόκληρο στο διαδίκτυο, στον ιστότοπο του Κόκκινου Νήματος.]

«Αντίθετα με την Κομμουνιστική Διεθνή, ο Μπορντίγκα [Amadeo Bordiga] υιοθέτησε μια ξεκάθαρη άποψη για το φασισμό. Θεώρησε το φασισμό ως μια ακόμη μορφή αστικής κυριαρχίας, όπως η δημοκρατία, αλλά πίστευε ότι δεν μπορεί κανείς να επιλέγει μεταξύ των δύο.

Αυτό το ζήτημα είναι συχνά αντικείμενο διαμάχης. Η θέση της ιταλικής αριστεράς συνήθως διαστρεβλώνεται. Οι ιστορικοί συχνά θεώρησαν τον Μπορντίγκα υπεύθυνο για την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία. Κατηγορήθηκε επίσης ότι αδιαφόρησε για τα δεινά που προκάλεσε στους ανθρώπους ο φασισμός.

Από την οπτική της επανάστασης, ο Μπορντίγκα δε θεωρούσε ότι ο φασισμός είναι χειρότερος από τη δημοκρατία ούτε ότι η δημοκρατία δημιουργεί καλύτερες συνθήκες για την προλεταριακή ταξική πάλη. Ακόμη και αν η δημοκρατία θεωρείτο μικρότερο κακό από το φασισμό, θα ήταν ηλίθιο και ανώφελο να την υποστηρίζει κανείς για ν’ αποφύγει το φασισμό: η ιταλική (και αργότερα, η γερμανική) εμπειρία έδειξε ότι η δημοκρατία όχι μόνο είχε σταθεί ανίσχυρη μπροστά στο φασισμό, αλλά ότι τον είχε καλέσει για να τη σώσει. Φοβούμενη το προλεταριάτο, η δημοκρατία στην πραγματικότητα γέννησε το φασισμό.

Η μόνη εναλλακτική λύση στο φασισμό ήταν επομένως η δικτατορία του προλεταριάτου. Άλλο ένα επιχείρημα προβλήθηκε αργότερα από την αριστερά –π.χ. τους Τροτσκιστές- για την υποστήριξη της αντιφασιστικής τακτικής. Το κεφάλαιο χρειάζεται το φασισμό: δεν μπορεί πια να είναι δημοκρατικό. Επομένως, αν αγωνιστούμε για τη δημοκρατία, αγωνιζόμαστε στην πραγματικότητα για το σοσιαλισμό. Έτσι δικαιολόγησαν τη στάση τους πολλοί αριστεροί στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου.

Αλλά όπως η δημοκρατία γεννά το φασισμό, έτσι και ο φασισμός γεννά τη δημοκρατία. Η ιστορία έδειξε ότι αυτό που ο Μπορντίγκα ισχυρίσθηκε θεωρητικά έγινε πράξη: ο καπιταλισμός αντικαθιστά το ένα με το άλλο΄ η δημοκρατία και ο φασισμός διαδέχονται το ένα τ’ άλλο. Μετά το 1945, δημοκρατία και φασισμός συχνά συνδυάζονται, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό.» («Σημείωση για τον Πάνεκουκ και τον Μπορντίγκα» [σελ. 88]. Το κείμενο αυτό γράφτηκε το 1973 και ξαναδουλεύτηκε το 1997.)

barrot.jpg

Ζαν Μπαρώ
Φασισμός Αντιφασισμός: Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος

μετ. Νίκος Β. Αλεξίου, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2002.

«Ο φασισμός μπορεί να ερμηνευθεί μόνο αν εξετάσουμε την προηγούμενη περίοδο: την συντριβή του επαναστατικού κύματος του 1917-21 από τη σοσιαλδημοκρατία (Ρωσία, Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία, Βουλγαρία κ.λπ.). Η σοσιαλδημοκρατία κυρίως είναι εκείνη που αφοπλίζει ιδεολογικά και πρακτικά το προλεταριάτο και καταστέλλει στρατιωτικά τις εξεγέρσεις του.

Στην Γερμανία, τα τάγματα εθελοντών [Freicorps], υπό την καθοδήγηση του σοσιαλιστή Νόσκε, θα αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος της εκστρατείας αποκατάστασης της τάξης. Ο φασισμός, όπως και ο μεγάλος του αδελφός ο σταλινισμός, δεν ολοκλήρωσε το έργο της αντεπανάστασης «παρά μόνο» αποτελειώνοντας ένα ηττημένο προλεταριάτο!

Η λεγόμενη δικτατορία έρχεται πάντα μετά την συντριβή των προλετάριων από την δημοκρατία με τα συνδικάτα και την Αριστερά της.

Ο αντιφασισμός αποκρύπτει αυτήν την θεμελιώδη πραγματικότητα ταυτίζοντας τον φασισμό με τις «δυνάμεις του κακού» και υποβαθμίζοντάς τον σε μία παράλογη, α-ιστορική, προερχόμενη από το πουθενά «αντίδραση»! Η αξιοπιστία του φασισμού κατά την δεκαετία του 1930, θα μπορούσε να εξηγηθεί από το γεγονός ότι εν μέρει υλοποίησε το πρόγραμμα της σοσιαλδημοκρατίας: «βελτίωση» του «βιοτικού επιπέδου», σημαντικά δημόσια έργα, απορρόφηση της ανεργίας, κ.λπ.» [σελ. 8-9]

Η λεγόμενη δικτατορία έρχεται πάντα μετά την συντριβή των προλετάριων από την δημοκρατία με τα συνδικάτα και την Αριστερά της..

Όμως, κάθε πόλεμος χρειάζεται αναγκαστικά μια δικαιολογία προκειμένου να στρατολογήσει τους προλετάριους υπό τα λάβαρά του. Ο αγώνας κατά του φασισμού επέτρεψε τη δικαιολόγηση της σφαγής άνω των 50.000.000 προλετάριων, μέσω της προώθησης της πάλης εναντίον του «ολοκληρωτισμού»!

Βεβαίως, ακόμη και βάσει μιας ειρηνιστικής και αστικής ανθρωπιστικής ανάλυσης, τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου δεν ήταν η μοναδική «φρίκη» του πολέμου, βλέπε, παραδείγματος χάριν, τις ατομικές βόμβες στην Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, τους δολοφονικούς και μαζικούς βομβαρδισμούς των μεγάλων γερμανικών πόλεων, τις σφαγές στο Σετίφ της Αλγερίας από τον γαλλικό στρατό τον Μάιο του 1945, την ίδια την ημέρα της «Απελευθέρωσης», κ.λπ.» [σελ. 10]

«Ο θρίαμβος του κεφαλαίου ποτέ δεν είναι τόσο ολοκληρωτικός όσο όταν οι εργάτες κινητοποιούνται υπέρ του, πιστεύοντας ότι αυτό θα μπορούσε να «αλλάξει τη ζωή». Ο διαχωρισμός ανάμεσα στην «δικτατορία» και την «δημοκρατία», αφορά μάλλον δύο τρόπους επιτήρησης του προλεταριάτου, είτε ενσωματώνοντάς το δια της βίας, είτε συνενώνοντάς το με την μεσολάβηση των οργανώσεών «του»: συνδικάτα, κόμματα, ενώσεις κ.ά. Ο συνακόλουθος αντιφασισμός συνίσταται στην ενίσχυση του Κράτους, το οποίο εμφανίζεται πάντοτε ως «δημοκρατικό», «νόμιμο»… ενώ με το σύνθημα «αφήστε τους ανθρώπους να συμμετάσχουν», προσδένει το προλεταριάτο στο Κράτος!» [σελ. 11]

«Για την αστική και την μικροαστική τάξη, ο φασισμός είναι ένα ανώμαλο φαινόμενο, μία έκπτωση των δημοκρατικών αξιών, εξηγήσιμη μόνο δια της προσφυγής σε ψυχολογικές ερμηνείες. Ο φιλελεύθερος αντιφασισμός αντιμετώπισε τον φασισμό ως μία διαστροφή του Δυτικού πολιτισμού, παράγοντας έτσι ένα αντίστοιχο αποτέλεσμα: την σαδομαζοχιστική σαγήνευση από τον φασισμό όπως εκδηλώνεται με τη συλλογή ναζιστικών κειμηλίων.» [σελ. 15]

«[…] ο φασισμός υπήρξε το προϊόν μιας διπλής αποτυχίας: της ήττας των επαναστατών οι οποίοι συνετρίβησαν από τους σοσιαλδημοκράτες και τους φιλελεύθερους συμμάχους τους, την οποία ακολούθησε η αποτυχία των φιλελεύθερων και των σοσιαλδημοκρατών να διαχειρισθούν αποτελεσματικά το κεφάλαιο. Εάν δεν μελετήσουμε τους ταξικούς αγώνες της προγενέστερης περιόδου και τους περιορισμούς τους, η φύση του φασισμού και η άνοδός του στην εξουσία θα παραμείνουν ακατανόητες. Οι μεν δεν μπορούν να γίνουν κατανοητοί χωρίς τους δε. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γκερέν σφάλλει όχι μόνο ως προς την σημασία του φασισμού, αλλά και ως προς το Γαλλικό Λαϊκό Μέτωπο, το οποίο θεωρεί «χαμένη επανάσταση».» [σελ. 17]

«Μετά τον φασισμό κατά την περίοδο του πολέμου, ο όρος φασισμός παρέμεινε στην μόδα. Ποια πολιτική ομάδα δεν κατηγόρησε τους αντιπάλους της ότι χρησιμοποιούν «φασιστικές μεθόδους»; Η Αριστερά ποτέ δεν σταμάτησε να καταγγέλλει την αναβίωση του φασισμού, η Δεξιά δεν παραλείπει να χαρακτηρίζει το PCF [σ.σ. Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας] «φασιστικό κόμμα».

Σημαίνοντας τα πάντα και τίποτε, η λέξη αυτή έχει χάσει το νόημά της, αφού η διεθνής φιλελεύθερη κοινή γνώμη χαρακτηρίζει «φασιστικό» κάθε ισχυρό Κράτος. Έτσι, οι αυταπάτες των φασιστών της δεκαετίας του 1930, αναβιώνουν και παρουσιάζονται ως σύγχρονη πραγματικότητα. Ο Φράνκο υποστήριζε ότι ήταν φασίστας όπως οι μέντορές του Χίτλερ και Μουσολίνι, όμως δεν υπήρξε ποτέ μια φασιστική Διεθνής.

Αν σήμερα οι Έλληνες συνταγματάρχες και οι Χιλιανοί στρατηγοί αποκαλούνται φασίστες από την κυρίαρχη ιδεολογία, δεν αντιπροσωπεύουν παρά παραλλαγές του καπιταλιστικού Κράτους. Το να κολλάμε στο Κράτος την ταμπέλα «φασιστικό», ισοδυναμεί με το να καταδικάζουμε τα κόμματα που βρίσκονται επικεφαλής του Κράτους αυτού. Έτσι, αποφεύγει κανείς την κριτική του Κράτους, καταδικάζοντας αυτούς που το διευθύνουν…» [σελ. 22-23]

«Ωστόσο, ηττημένη και από την μία [σ.σ. την δημοκρατία] και από τον άλλον [σ.σ. τον φασισμό], η επανάσταση [σ.σ. η Ισπανική Επανάσταση του 1936] ήταν καταδικασμένη διότι, τόσο η δημοκρατία όσο και ο φασισμός ήταν δυνητικές μορφές του νόμιμου καπιταλιστικού Κράτους. Ανεξαρτήτως του ποιος θα θριάμβευε, το μόνο σίγουρο ήταν ότι, όπως πάντα, οι προλετάριοι θα συντρίβονταν ανελέητα από το καπιταλιστικό Κράτος…» [σελ. 75]

* * *

Διαβάστε επίσης:

Ζιλ Ντωβέ: Ερωτο/απαντήσεις για τον αντι-φασισμό

Εικονομία: Μύθος 3 – “Αντιφασισμός”

Κατηγορίες:Uncategorized

Άρθρο 1-1-4 της Γαλαξιακής Συμφωνίας περί Επιβίωσης των Ειδών

Η [δια]τήρηση της Ζωής [στον πλανήτη Γη] επαφίεται στην Λογική των κατοίκων της.

Ερμηνευτική εγκύκλιος για το 1-1-4, που εκδόθηκε συγκεκριμένα για τον πλανήτη Γη, την [γαλαξιακή χρονολόγηση] 45η-12ου-317-622/1-1-4 [Φοβού τους Δαναούς, την μη λογική φέροντας] – Σαχαρασία – James DeMeo – Riane Eisler – Marija Gimbutas – Steve Taylor…  🙂

Πηγή: «Ο Πλανήτης με τις Τρελλές», έκδοση 173η, Gimbutas Editions, Eisler City, Saharasia Planet, Steve Taylor System. [Στην κοινή γαλαξιακή.]

 

Tο καλοκαίρι του 2005, αυτά έγραφα για όσα… Και με το συμπάθειο, δηλαδής… Μόλις δέκα χρόνια περάσαν… Μόλις…

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης είχε γράψει κάποτε ότι «το εξαιρετικό και μοναδικό φαινόμενο που παρατηρείται στην αρχαία Ελλάδα, προϋπόθεση και αποτέλεσμα μιας άλλης θεώρησης του κόσμου είναι η αμφισβήτηση της παράδοσης». Αν εξαιρέσουμε την αρχαία Ελλάδα, συνεχίζει ο Κ. Καστοριάδης, «σε όλες τις άλλες γνωστές κοινωνίες θεωρήθηκε αυτονόητη η συνέχιση της ζωής όπως βρέθηκε και η διατήρηση του καθενός στην θέση του. Το αυτονόητο για τους κλασικούς εβραίους δεν ήταν η αναζήτηση της ελευθερίας ή της ισότητας ή της δικαιοσύνης, αλλά η συμμόρφωση προς τις εντολές του Ιεχωβά. Για έναν χριστιανό, αν πράγματι είναι χριστιανός, αυτό που έχει σημασία δεν είναι η τύχη της κοινωνίας αλλά η σωτηρία της ψυχής του και η κατάκτηση της αιώνιας ζωής» (Η Αρχαία Ελληνική Δημοκρατία και η Σημασία της για μας Σήμερα, σελ. 12-13, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα, 1986).

Με κάθε σεβασμό στον εκλιπόντα φιλόσοφο (που «χρειάστηκε» να πεθάνει για να πληροφορηθούμε ότι εκτός από επαναστάτης και επαγγελματίας ψυχαναλυτής υπήρξε και υπάλληλος του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης [ΟΟΣΑ]), θα προσέθετα ότι, τηρουμένων των αναλογιών, αυτό που επίσης έχει κατακτήσει ο δυτικός πολιτισμός τα τελευταία διακόσια χρόνια είναι και το δικαίωμα του οποιουδήποτε να αμφισβητεί την παράδοση. Να αμφισβητεί τα πάντα. Να επικρίνει τα πάντα. Να εκφράζεται ελεύθερα.

Ή να αυτολογοκρίνεται «ελεύθερα»…

Ως Έλληνας πολίτης, ως πολίτης μετέχων αυτού που ονομάζουμε δυτικός πολιτισμός, έχω το δικαίωμα και το έχω ασκήσει επανειλημμένα να ασκώ κριτική σε οποιονδήποτε και σε οτιδήποτε. Ως πολίτης αυτής της –χριστιανικής– χώρας έχω ασκήσει δριμύτατη κριτική, και ενίοτε έχω ακόμα χλευάσει, απόψεις εκπροσώπων της κυρίαρχης θρησκείας. Είναι, επίσης, γνωστή η θέση μου ότι ο χριστιανισμός αποτελεί κατασκεύασμα του «μεγαλύτερου κοπρώνα διαφθοράς της ιστορίας», της Ρώμης, που κάποιοι, όπως ο Τζούλιους Έβολα, θαυμάζουν απεριόριστα.

Όλα αυτά τα χρόνια στην –κατά συντριπτική πλειοψηφία χριστιανική– χώρα μας δεν είχα το παραμικρό πρόβλημα (με την πιθανή εξαίρεση της ματαίωσης μιας επαγγελματικής συνεργασίας, όταν είχα χαρακτηρίσει στη στήλη μου «Θεαμαπάτες & Δικτυώματα» τον Αβραάμ «προαγωγό», για τη γνωστή ιστορία με τον Φαραώ) να εκφράζομαι ελεύθερα.

Τα πράγματα όμως αλλάζουν. Και όχι από εκεί που θα το περίμενε κανείς.

Στο πλαίσιο της χριστιανικής Ελλάδας μπορώ να αμφισβητώ την κυρίαρχη θρησκεία, χωρίς να αντιμετωπίζω προβλήματα.

Στο πλαίσιο της πολυπολιτισμικής Ελλάδας προφανώς μπορώ, ίσως και να «επιβάλλεται», να αμφισβητώ την κυρίαρχη θρησκεία.

Μπορώ, όμως, πάντα στα πλαίσια της πολυπολιτισμικής Ελλάδας, να ασκήσω κριτική ή ακόμα και να χλευάσω απόψεις που υπάρχουν σε «ιερά βιβλία» άλλων θρησκειών, όπως το Κοράνι ή το Ταλμούδ;

Και αν κριτικάρω θέσεις που υπάρχουν στο Κοράνι, κινδυνεύω να χαρακτηριστώ ρατσιστής και τότε μπορεί οποιοσδήποτε –ανά τον πλανήτη– μουφτής να εκδώσει έναν «φετφά» εις βάρος μου;

Ή αν ασκήσω κριτική στο Ταλμούδ κινδυνεύω να χαρακτηριστώ ρατσιστής και «αντισημίτης» και να καταστώ έτσι αποδιοπομπαίος τράγος;

Όχι! Προς το παρόν δεν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα στη –χριστιανική τους– Ελλάδα.

Αλλά υποψιάζομαι ότι, σύντομα, θα υπάρξει τέτοιο πρόβλημα στην –πολυπολιτισμική τους– Ελλάδα.

Όπως υπάρχει στην –πολυπολιτισμική τους– Γαλλία, Ελβετία, Γερμανία και μια σειρά άλλων χωρών της Δύσης.

Πρόσφατα, στη Γαλλία ο γαλλοεβραίος –παρακαλώ!– διανοούμενος Εντγκάρ Μορέν κρίθηκε ένοχος για «φυλετική δυσφήμιση» γιατί αποκάλεσε σε κείμενό του στον Μοντ τους εβραίους «λαός κυριαρχικό και σίγουρο για τον εαυτό του» και «λαό περιφρονητικό ο οποίος βρίσκει ικανοποίηση στο να ταπεινώνει»…

Στη Γαλλία επίσης διώκεται ο εκδότης του βιβλίου Η Βιομηχανία του Ολοκαυτώματος (του αμερικανοεβραίου συγγραφέα Νόρμαν Φινκελστάιν), που κυκλοφορεί ακόμα ελεύθερα στην Ελλάδα –εκεί φτάσαμε!–, γιατί, λέει, το βιβλίο είναι… αντισημιτικό. Ο Ν. Φινκελστάιν αντιμετωπίζει προβλήματα και με την έκδοση του νέου του βιβλίου στις ΗΠΑ, αφού ο εκδοτικός οίκος του Πανεπιστημίου (!) της Καλιφόρνιας φαίνεται πως ενδίδει στις πιέσεις αμερικανοεβραίων διανοούμενων (κυρίως του Alan Dershowitz, καθηγητή στο Χάρβαρντ).

[…]

Όσο και αν δεν μου αρέσει, είμαι τέκνο της –χριστιανικής τους– Δύσης και όχι του οποιουδήποτε πολυπολιτισμικού αμαλγάματος των Επικυρίαρχων. Δηλαδή, φορέας των χειρότερων και των καλύτερων παραδόσεων της Δύσης. Αλλά διατηρώ το δικαίωμά μου να αμφισβητώ τις χειρότερες –και θρησκευτικές– παραδόσεις της και να υπερασπίζομαι τις καλύτερές της.

Επιφυλάσσομαι…

Κατηγορίες:Uncategorized
Αρέσει σε %d bloggers: