Αρχείο

Archive for the ‘Βιβλία’ Category

Γιατί «Ο τάδε φιλόσοφος αγαπά τους Τατάρους»;

Μία καταφανέστατα επίκαιρη παρατήρηση του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ [Αιμίλιος]:

Rousso_660x400_scaled_cropp

 

Μην εμπιστεύεστε αυτούς τους κοσμοπολίτες που θα αναζητήσουν πολύ βαθιά μέσα στα βιβλία τους καθήκοντα που οι ίδιοι απαξιούν να εκπληρώσουν προς τον περίγυρό τους.

Ο τάδε φιλόσοφος αγαπά τους Τατάρους για ν’ αποφύγει ν’ αγαπήσει τους γείτονές του.

 

Advertisements
Κατηγορίες:Αφορισμοί, Βιβλία

Ζ.-Κ. Μισεά: μια καταφανώς επίκαιρη σημείωση.

Αντιγράφω το μεγαλύτερο μέρος της σημείωσης [Δ], σελ. 170-171, από το βιβλίο του ΖανΚλωντ Μισεά, Η Αυτοκρατορία του Μικρότερου Κακού – Δοκίμιο για τον Φιλελεύθερο Πολιτισμό, μετ. Άγγελος Ελεφάντης, επιμ. Αναστασία Μυλωνοπούλου, Πόλις, Αθήνα 2008.

[Η παραγραφοποίηση (για λόγους διαδικτυακής… «οικονομίας] και οι υπογραμμίσεις με έντονα δικά μου, οι υπογραμμίσεις με πλάγια του συγγραφέα. Για την common decency περισσότερα στην παραπομπή του πρώτου σχολίου.]

 

michea-ex-el

 

Από τη στιγμή που ο σοσιαλιστικός αγώνας πρέπει να στηριχθεί στην common decency ‹των απλών ανθρώπων», προϋποθέτει, όπως ο Καμύ το έχει υπογραμμίσει, αυτή την ικανοτητα αγάπης για τη ζωή (άρα, την αντίστοιχη ψυχική ωριμότητα) χωρίς την οποία καμιά πραγματικά μεγαλόψυχη πράξη δεν είναι δυνατή.

Μόλις λείψει αυτή η ψυχολογική και ηθική βάση, «οι εξεγέρσεις» ενάντια στην καθεστηκυία τάξη -όποια κι αν είναι η φαινομενική τους «ριζοσπαστικότητα» δεν μπορούν να αντλήσουν τα κίνητρά τους παρά στη λύσσα, το μίσος, τον φθόνο και τη μνησικακία (και άρα, στις πιο παιδικές μορφές της επιθυμίας της εξουσίας).

Είναι δύσκολο, επομένως, ν’ αποφύγει κανείς τις ωμές κριτικές που απηύθυνε ο Νίτσε προς τον «αναρχικό» που «διεκδικεί μέσα σε μια ωραία απαξίωση «το δικαίωμα», «τη δικαιοσύνη», τα «ίσα δικαιώματα» […] Αυτή η «ωραία απαξίωση» -γράφει ο Νίτσε του κάνει ήδη καλό κι από μόνη της, και για έναν φτωχοδιάβολο είναι αληθινή ευχαρίστηση να μπορεί να βρίζει. Βρίσκει στη βρισιά μια μικρή μέθη ισχύος. Ήδη το παράπονο, και μόνο το γεγονός να εκφράσει κανείς το παράπονό του, μπορεί να δώσει στη ζωή ένα δέλεαρ που να την κάνει υποφερτή· σε κάθε παράπονο υπάρχει μια εκλεπτυσμένη δόση εκδίκησης· καταλογίζει κανείς στους άλλους, που ζουν σε διαφορετικές συνθήκες ζωής, τη δική του δυσφορία σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα και την ποταπότητά του, σαν μια αδικία, σαν ένα προνόμιο ανισότητας. «Αφού είμαι κάθαρμα πρέπει και συ να είσαι κάθαρμα»· μ΄αυτή τη λογική γίνονται οι επαναστάσεις». [σημ. 187].

Αν, λοιπόν, θέλουμε να αποφύγουμε να συγχέουμε, όπως το κάνει εδώ ο Νίτσε, όσους υπερασπίζονται πργγματικά την υπόθεση του Λαού με τους αναρίθμητους Richard Durn [σημ. 188] που αποτελούν την νακρισσιστική και απελπισμένη πλαστογράφησή της (η στρατευμένη Αριστερά, όμως, έχει καταφανώς το χάρισμα να τους έλκει σε βιομηχανική ποσότητα), είναι φιλοσοφικά απαραίτητο να διακρίνουμε την αληθινή εξέγερση -η οποία προϋποθέτει πάντοτε την προκαταβολική προσχώρηση στις θετικές αξίες της common decency- από τις ‹ρέμπελες», αλαζονικές και υπεροπτικές πόζες της, των οποίων το ψυχολογικό βάθος είναι πάντοτε η θλίψη, η ζήλεια ή το οιδιπόδειο μίσος του εαυτού.

 

σημ. 187: Φ. Νίτσε, Το Λυκόφως των Ειδώλων: Ή πώς φιλοσοφεί κανείς με το σφυρί, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2008 (Σ.τ.Ε.).

 

σημ. 188. Ο Richard Durn είναι ο δράστης του μακελειού που έλαβε χώρα στις 27 Μαρτίου 2002 στη διάρκεια ενός δημοτικού συμβουλίου στο Δημαρχείο της Ναντέρ. Αυτή η πράξη τρέλας κόστισε τη ζωή σε 9 εκλεγμένους δημοτικούς συμβούλους και άφησε άλλους 14 τραυματίες. Ο ίδιος αυτοκτόνησε την επομένη πηδώντας στον φωταγωγό του κτηρίου της Δικαστικής Αστυνομίας του Παρισιού, στις όχθες του Σηκουάνα, όπου ανακρινόταν. Ο Ρισάρ Ντυρν, αφού είχε εργαστεί σε ανθρωπιστικές οργανώσεις και είχε συμμετάσχει σε αντιπαγκοσμιοποιητικές διαδηλώσεις, ήταν, από τα τέλη του 2001, ταμίας της Λίγκας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της Ναντέρ [Σημείωση του Γάλλου εκδότη]. [Να θυμίσουμε ότι ο Ρισάρ Ντυρν ήταν 33 ετών και πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών και Ιστορικών σπουδών. (Σ.τ.Ε.))]

Το -εξαιρετικά- σύντομο καλοκαίρι της «ελληνικής» επανάστασης

laughing with tearsspain4

Κι όλοι οι Σεπτέμβρηδες ήταν τόσο -μα τόσο!- ίδιοι.

Ήγουν, κενοί περιεχομένου, όπως κι όλοι οι προηγούμενοι 😉

Η ζωή είναι αγρίως απίθανη

H ZWH EINAI API8ANH COVER:Layout 1

«Ίσως γι’ αυτό και η βαθύτερη δικιά μου αδιαφορία και ψυχρότητα. Αλλά τι απίστευτο δώρο όταν κάποιος ή κάτι μ’ αγγίξει. Τι λάθος η άποψη πως η ευαισθησία είναι να πάλλεσαι με το καθετί! Αντίθετα. Ο ευαίσθητος άνθρωπος είναι ψυχρός και αδιάφορος φαινομενικά. Απλώς είναι τρομακτικά εκλεκτικός. Οργανωμένο παραλήρημα. Για τους άλλους είναι τέρας. Είναι αλλού, γι’ αυτό.”

Μαργαρίτα Καραπάνου, «Η Ζωή Είναι Αγρίως Απίθανη»

Μοναξιά μας, όλη…

Θυμήθηκα αυτή τη βιβλιοπαρουσίαση/ταινιοκριτική για παντελώς «άσχετους» λόγους…

Απλώς αναδημοσιεύω ένα ποστάκι της 22ας Δεκεμβρίου 2008…

Μοναξιά του όλη… Αφιερωμένο στον Πασκουάλε… Όπου κι αν είναι τώρα… 🙂


Τι να γράψεις τούτο το κρύο και βροχερό πρωινό του Δεκέμβρη;

… Κι ένας μοναχικός σπουργίτης που είχε κουρνιάσει στη βουκαμβίλια του μπαλκονιού και τιτίβιζε ασταμάτητα, πέταξε κι αυτός μακριά, όταν έφτασα ως την τζαμόπορτα για να τον δω… Φαεινές ιδέες…

Μοναξιά μας, όλη…

Τι να γράψεις;…

Για τον Πασκουάλε; Για τη μοναξιά του; Την οργή του; Την απελπισία του; Την παραίτησή του; Την αυτοτιμωρία του; Το «κλείσιμό» του;

Πασκουάλε. Κάπου στην Καμπανία. Στις γειτονιές της Νάπολης. Μόδιστρος. Απ’ τους φτωχούς. Ράφτης. Μάστορας με το ψαλίδι, τις καρφίτσες, τα πατρόν, τα υφάσματα, τα υλικά της τέχνης του.

Τον ξέρετε όσοι είδατε την ταινία «Γόμορρα» του Ματέο Γκαρόνε, τη βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Ρομπέρτο Σαβιάνο. Του επικηρυγμένου από την Καμόρρα Ρομπέρτο Σαβιάνο. Στον σύγχρονο κόσμο, δεν «εκδίδουν» φετφάδες μόνον οι μουλάδες…

gomorra

Διάβασα το βιβλίο την προπερασμένη εβδομάδα και την περασμένη είδα και την ταινία. Όσον αφορά την -πραγματική- ιστορία του Πασκουάλε, υπάρχουν κάποιες διαφορές ανάμεσα στη διήγηση του βιβλίου και σ’ εκείνη της ταινίας.

Συνοπτικά:

Πασκουάλε. Ένας φτωχός μεροκαματιάρης ράφτης κάπου στην Καμπανία. Δουλεύει από μικρό παιδί σε μια βιοτεχνία. Φασόν για τους ιταλικούς οίκους υψηλής ραπτικής. Ναι, για τους διάσημους ιταλικούς οίκους…

Το πώς αυτές οι «ανύπαρκτες» βιοτεχνίες ράβουν για τους Οίκους είναι μια άλλη ιστορία. Περιγράφεται λεπτομερειακά στο βιβλίο. Στην ταινία υπάρχει μόνον η σκηνή με τον «πλειστηριασμό» στη σχολική αίθουσα, και τους αριθμούς που γράφονται στον μαυροπίνακα…

«Ανύπαρκτες»; Ναι. Δεν έχουν «βιβλία», δεν είναι εγγεγραμμένες στα οικεία επιμελητήρια, δεν διαθέτουν τραπεζικούς λογαριασμούς [δανείζονται απ’ την Καμόρρα], δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τις υπηρεσίες του ιταλικού κράτους. Πολύ απλά δεν υφίστανται. Επισήμως. Όμως υπάρχουν. Τουλάχιστον για τους οίκους υψηλής ραπτικής. Και για όσους δουλεύουν σ’ αυτές 12, 14, 16 ώρες τη μέρα για 400, 500, 600 ευρώ το μήνα…

Κάποιο βράδυ, ο Πασκουάλε, ο ράφτης Πασκουάλε, ο άριστος μάστορας με τον μισθό των 600 ευρώ τον μήνα, έκατσε να χαζέψει στην τηλεόραση.

Και πάνω στο ζάπινγκ, «κοκκάλωσε». Ο Πασκουάλε…

Τελετή απονομής των Όσκαρ. Οι σταρ προσέρχονται στο θέατρο. Φλας, τηλεοπτικές κάμερες, δημοσιογράφοι, φαν.

Και η εκθαμβωτική Αντζελίνα Τζολί φορώντας ένα σύνολο από λευκό σατέν.

[Στην ταινία εμφανίζεται η Σκάρλετ Γιόχανσον. Η -πραγματική- ιστορία του βιβλίου αναφέρει την Α. Τζολί…]

Η Αντζελίνα Τζολί περπατούσε πάνω στο κόκκινο χαλί φορώντας ένα σύνολο από λευκό σατέν. Παραγγελία σε κάποιον οίκο υψηλής ραπτικής της Ιταλίας…

Και ραμμένο από τον Πασκουάλε. Σε μια «μαύρη» βιοτεχνία στο Αρζάνο.

Του είχαν στείλει τις αναλογίες. «Αυτό πάει στην Αμερική» του είπαν. Ηξεραν για ποιον προορίζονταν, αλλά κανείς δεν τον είχε προειδοποιήσει.

«Αυτό πάει στην Αμερική»…

«Θυμόταν ακόμα αυτό το λευκό ταγιέρ», γράφει ο Ρ. Σαβιάνο. «Θυμόταν ακόμη τα μέτρα, όλα τα μέτρα. Το κόψιμο στο λαιμό, τα χιλιοστά στους καρπούς. Και το παντελόνι. Είχε περάσει τα χέρια του στους σωλήνες των ποδιών και θυμόταν ακόμη το γυμνό σώμα που κάθε ράφτης φαντάζεται. Ένα γυμνό χωρίς ερωτισμό, σχεδιασμένο πάνω σε ψεύτικους μυς, σε πήλινα οστά…»

Κι ο Πασκουάλε μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης ένιωσε μόνον οργή. Γιατί κανείς δεν θα αναγνώριζε το έργο των χεριών του. Γιατί κανείς δεν θα τον πίστευε αν έλεγε «αυτό το ρούχο το έφτιαξα εγώ».

Ο Πασκουάλε δεν έκλεισε την τηλεόραση.

Ούτε την πόρτα του σπιτιού έκλεισε βγαίνοντας.

Είχε «κλειστεί» ο ίδιος…

Παράτησε τη ραπτική. Κι έγινε οδηγός νταλίκας. [Στην ταινία αναφέρεται ότι ήταν ήδη οδηγός νταλίκας όταν είδε τη Γιόχανσον…]

Ο Ρομπέρτο Σαβιάνο συνάντησε τον Πασκουάλε δυο μήνες μετά. «Ο καλύτερος ράφτης του κόσμου οδηγούσε τα φορτηγά της Καμόρρα…», γράφει. «Τα χέρια του ήταν κόκκινα, οι κόμποι των δαχτύλων του γδαρμένοι. Όπως όλων των φορτηγατζήδων που κρατάνε για ώρες το τιμόνι, με τα χέρια να παγώνουν και την κυκλοφορία να διακόπτεται…»

Οι δυό τους έφαγαν μαζί. Κι όταν ο Πασκουάλε σηκώθηκε να χαιρετήσει έναν φίλο του, ο Ρομπέ άνοιξε το πορτοφόλι του Πασκουάλε, από το οποίο εξείχε μια φωτογραφία. Ένα «εξώφυλλο με την Αντζελίνα Τζολί ντυμένη στα λευκά, με το σύνολο που είχε ράψει ο Πασκουάλε. Το σακάκι φορεμένο κατάσαρκα. Χρειαζόταν ταλέντο για να την ντύσεις χωρίς να την κρύβεις. Το ύφασμα έπρεπε να ακολουθεί το σώμα, να είναι σχεδιασμένο έτσι που να διαγράφονται οι κινήσεις…»

Η φωτογραφία που είχε ο Πασκουάλε στο πορτοφόλι του ίσως ήταν αυτή:

oscar-2001-1

Ή αυτή:

jolie

Ή αυτή:

oscar-2001-2

[Οι φωτό είναι από την τελετή των Όσκαρ το 2001…]


Ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του Ρομπέρτο Σαβιάνο, Γόμορρα [μετ. Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2008, πρώτη έκδοση στα ιταλικά 2006].

Ο Ρομπέ αναφέρεται στον Τσιπριάνο, φίλο του ιερέα δον Πεππίνο Ντιάνα, ο οποίος είχε δολοφονηθεί το 1994 μέσα στην εκκλησία του, επειδή είχε αντιταχθεί στην Καμόρρα…  Ήταν 35 ετών.


«Αυτός κλείστηκε!»

Είχα ακούσει να μιλούν για ένα φίλο από τα νεανικά χρόνια του δον Πεππίνο, τον Τσιπριάνο, που είχε γράψει ένα λόγο για να διαβαστεί στην κηδεία, ένα λίβελο εμπνευσμένο από μια ομιλία του δον Πεππίνο, αλλά εκείνο το πρωί δεν είχε τη δύναμη ούτε να κινηθεί.

Είχε φύγει από το χωριό πριν από πολλά χρόνια, ζούσε στα περίχωρα της Ρώμης, είχε αποφασίσει να μην ξαναπατήσει το πόδι του στην Καμπανία.

Μου είχαν πει ότι ο πόνος για το θάνατο του δον Πεππίνο τον είχε καθηλώσει στο κρεβάτι επί μήνες.

Όποτε ρωτούσα γι’ αυτόν, μια θεία του απαντούσε συστηματικά και με τον ίδιο πένθιμο τόνο:

«Κλείστηκε. Ο Τσιπριάνο πλέον κλείστηκε!»

Κάθε τόσο κάποιος κλείνεται. Έπειτα σ’ αυτά τα μέρη δεν είναι σπάνιο να ακουστεί κάτι τέτοιο. Όποτε ακούω ετούτη την έκφραση, μου έρχεται στο νου ο Τζουστίνο Φορτουνάτο, ο οποίος στις αρχές του προηγούμενου αιώνα -για να γνωρίσει την κατάσταση των χωριών της νότιας οροσειράς των Αππεννίνων- είχε περπατήσει επί μήνες, περνώντας απ’ όλα, μένοντας στα σπίτια των ξωμάχων, ακούγοντας τις μαρτυρίες των πιο εξοργισμένων χωρικών, μαθαίνοντας τι είδους φωνή και οσμή είχε το ζήτημα του Νότου.

Όταν αργότερα έγινε γερουσιαστής, επέστρεψε σ’ αυτά τα χωριά και ζητούσε να μάθει νέα για τα άτομα που είχε συναντήσει πριν από χρόνια, για τα πιο μαχητικά, που θα ήθελε να τα εμπλέξει στα ανανεωτικά πολιτικά του σχέδια.

Συχνά όμως οι συγγενείς τού απαντούσαν: «Αυτός κλείστηκε!»

Να κλειστείς, να σωπάσεις, σχεδόν να βουβαθείς, μια επιθυμία να διαφύγεις μέσα στον ίδιο σου τον εαυτό, να σταματήσεις να ξέρεις, να καταλαβαίνεις, να πράττεις. Να σταματήσεις να αντιστέκεσαι, μια επιλογή ασκητισμού που αποφάσισες ένα λεπτό προτού υποκύψεις στους συμβιβασμούς του πραγματικού.

Και ο Τσιπριάνο είχε κλειστεί.

Μου διηγήθηκαν στο χωριό ότι είχε αρχίσει να κλείνεται από τότε που παρουσιάστηκε σε μια συνέντευξη εργασίας για να προσληφθεί ως υπεύθυνος ανθρωπίνων πόρων σε μια εταιρεία αποστολών του Φροζινόνε. Διαβάζοντας το βιογραφικό του δυνατά, ο εξεταστής σταμάτησε στον τόπο μόνιμης κατοικίας.

«Α, κατάλαβα από πού κατάγεστε! Από το χωριό εκείνου του διάσημου αρχιμαφιόζου… του Σάντοκαν, έτσι δεν είναι;»

«Όχι, είναι το χωριό του Πεππίνο Ντιάνα!»

«Ποιου;»

Ο Τσιπριάνο σηκώθηκε από την καρέκλα του κι έφυγε. Για να ζήσει, δούλευε ένα περίπτερο στη Ρώμη…


Πηγή: https://theamapati.wordpress.com/2008/12/22/close/

Κατηγορίες:Βιβλία, Τέχνες