Archive

Archive for the ‘Θυμάμαι τις αμαρτίες μου’ Category

Ευτυχώς, να λέω…

Ευτυχώς!

Γιατί αν με διάβαζα τόσο προσεκτικά όσο προσεκτικά με διάβαζαν διάφοροι, ούτε εγώ θα μου ‘λεγα σήμερα «καλημέρα», όπως δεν μου λένε κι αυτοί…

Ευτυχώς! Το λέω!

Καλημέρες! 😀

 

eytychos

Κάτι παλιά – δικά μου… 🙂

 

Το «παλιό» και το «νέο»

Μια παροιμία που άκουγα μικρός στο χωριό μου, και την άκουγα και την ξανάκουγα, κι «έμαθα» και την έλεγα και την ξανάλεγα, και την θυμήθηκα σήμερα τ’ απόγευμα [άγνωστο γιατί 😀 ]:

Να σε φυλάει ο Θεός από παλιούς διακονιαραίους [=ζητιάνους] κι από καινούργιους νοικοκυραίους [=νοικοκυραίους]

Ή, όπως το είχε πει [ή περίπου] η αγαπημένη F/B φίλη  Allison GBlues,

Κλάψα και υπεροψία; Φύγε μακριά χωρίς αντίο!

Εκεί είμαστε σήμερα…

Στους αυτοθυματοποιημένους κλαψιάρηδες που γίνανε «νοικοκυραίοι»…

Εμείς θα ζήσουμε να τους «θυμόμαστε»…

Εσείς; 😉

Το -εξαιρετικά- σύντομο καλοκαίρι της «ελληνικής» επανάστασης

laughing with tearsspain4

Κι όλοι οι Σεπτέμβρηδες ήταν τόσο -μα τόσο!- ίδιοι.

Ήγουν, κενοί περιεχομένου, όπως κι όλοι οι προηγούμενοι 😉

1968: Η πιο μικρή γιορτή του 20ού αιώνα

«Η Κομμούνα υπήρξε η πιο μεγάλη γιορτή του 19ου αιώνα. Στην βάση της βρίσκεται η πεποίθηση των επαναστατημένων, σε εκείνη την άνοιξη του 1871, ότι έχουν γίνει κύριοι της ιστορίας τους, όχι τόσο στο επίπεδο της πολιτικής «κυβερνητικής» απόφασης, όσο αντίθετα στο επίπεδο της καθημερινής ζωής (για παράδειγμα το «παιχνίδι» όλων με τα όπλα, το οποίο σημαίνει να παίζεις με την εξουσία). Κι ακόμα μ’ αυτήν την έννοια πρέπει να καταλάβουμε τον Μαρξ: «το μεγαλύτερο κοινωνικό μέτρο της Κομμούνας στάθηκε η ενεργητική της υπόσταση».»

Debord, Kotanyi, Vaneigem: Θέσεις πάνω στην Κομμούνα

 

1

Γαλλία, Μάης 1968. Είκοσι χρόνια μετά «κλαίει η μάνα μου στο μνήμα – κλαίει κι η Παναγιά». Η μνήμη των νεκρών βαραίνει πάνω στους ζωντανούς. Αυτό που η αστική τάξη -και οι συν αυτή- δεν επιχείρησε να καταστείλει μέσα στο αίμα, έπρεπε -στα γρήγορα- να το αφομοιώσει. Οι νεκροί βγήκαν να θάψουν τους νεκρούς τους.

Τα μνημόσυνα συνεχίζονται ακόμα. Μνημόσυνα για τους εαυτούς τους. Οι «ηγέτες» της επανάστασης βγήκαν να μιλήσουν γι’ αυτό που οι ίδιοι δεν έκαναν. Οι ποπ φιλόσοφοι ανέλαβαν -εργολαβικά- να εξηγήσουν εκείνο που δεν καταλάβαιναν.

Οι ύαινες και τα κοράκια έπεσαν πάνω στο ζεστό -ακόμα- πτώμα της επανάστασης. Διότι περί αυτού πρόκειται. Περί πτώματος. Οι νίκες του κινήματος ασχολούνται μόνες τους με τον εαυτό τους. Πρέπει να ασχοληθούμε με τις ήττες του. Πρέπει, δηλαδή, να ασχολούμαστε με τα πτώματα. «Όποιος κάνει μισές επαναστάσεις σκάβει απλά τον τάφο του» (Αντουάν Λουί Λεόν Φλορέλ ντε Σαιν Ζυστ – Κατατομήθηκε – 1793).

2

«Η μεγαλύτερη γενική απεργία που σταμάτησε ποτέ την οικονομία μιας αναπτυγμένης βιομηχανικά χώρας. Η πρώτη άγρια γενική απεργία της ιστορίας. Επαναστατικές καταλήψεις και τα πρώτα βήματα για την Άμεση Δημοκρατία. Η όλο και πιο μεγάλη εξάλειψη της κρατικής εξουσίας, σχεδόν για δυο εβδομάδες. Η επιβεβαίωση όλης της επαναστατικής θεωρίας του καιρού μας κι ακόμα, εδώ κι εκεί, η αρχή της σταδιακής πραγματοποίησής της (…) – να αυτό που πραγματική υπήρξε το γαλλικό κίνημα του Μάη του ’68 κι αυτό ήταν ήδη η νίκη του.»

3

Και τι νίκη!

4

Ο Μάης του ’68 δεν ήταν η μόνη γιορτή του αιώνα μας. Το εορτολόγιο περιλαμβάνει επίσης το ’17, τον Σπάρτακο στην Γερμανία, την Κροστάνδη το ’21, την Ισπανία του ’36, την Ανατολική Γερμανία το ’53, την Ουγγαρία το ’56, την Πολωνία το ’56 και το ’70-’71 – για να περιοριστούμε στις σημαντικότερες γιορτές. Καμιά τους όμως δεν είχε την ολικότητα του Μάη. Καμιά δεν διακήρυξε πιο ξεκάθαρα τους στόχους της. Καμιά δεν ήταν πιο ριζοσπαστική. Καμιά τους δεν συνοδεύτηκε από τόσο λίγα πτώματα και καμιά τους δεν γνώρισε τόσο επαίσχυντη ήττα. Και αυτό γιατί κανένα αυθόρμητο επαναστατικό κίνημα δεν δέχτηκε την συνδυασμένη επίθεση όλων των ενωμένων δυνάμεων της διατήρησης της καπιταλιστικής τάξης. Ας μην ξεχνάμε ότι οι γραφειοκράτες και οι συνδικαλιστές ηγέτες -ολόκληρου του πολιτικού φάσματος- προσπάθησαν περισσότερο και πιο αποτελεσματικά από ό,τι η αστυνομία για την καταστολή του κινήματος, την στιγμή που για το σύστημα ετίθετο ζήτημα ζωής ή θανάτου.

5

Είκοσι χρόνια τώρα γράφονται, λέγονται και διαδίδονται οι χονδροειδέστερες ηλιθιότητες για τον Μάη και μάλιστα από εκείνους που όχι μόνον δεν συμμετείχαν σ’ αυτόν, αλλά επιπλέον συνέβαλαν τα μέγιστα στο να καταστείλουν ή να ελέγξουν το κίνημα. Ο σκοπός τους; Η συσκότιση. Μέσω της αφομοίωσης κάποιων επιμέρους χαρακτηριστικών του κινήματος. Ξέρουν πολύ καλά ότι αν ο Μάης -ή ο όποιος «Μάης» του μέλλοντος- κατόρθωνε να επιβάλει τους όρους του και την παρουσία του, ο ρόλος τους σαν διαχωρισμένων ηλίθιων και ειδικών του διαχωρισμού θα είχε τελειώσει.

6

Αυτό που υπήρξε η νίκη του κινήματος μεταμορφώθηκε σε ήττα. Όμως… όμως για εκείνους που είχαν χάσει κάθε έλεγχο πάνω στην ζωή τους και το ήξεραν, αυτή η ήττα ήταν και η μεγαλύτερη νίκη του κινήματός τους, μιας και γνώριζαν καλά πως στην επανάσταση χάνει κανείς όλες τις μάχες εκτός από την τελευταία.

7

Και αυτό ακριβώς υπήρξε ο Μάης του ’68. Μια χαμένη μάχη. Έχοντας αυτό υπόψη μας κατανοούμε το γιατί οι επαναστάτες προλετάριοι δεν «χύνουν» κάθε φορά που αναφέρονται στον Μάη και επίσης κατανοούμε το «χύσιμο» των μνημοσυνογράφων. Για τους μεν ήταν μια ακόμα χαμένη μάχη, μια ήττα με την οποία ασχολούνται βγάζοντας τα συμπεράσματά τους, που είναι απαραίτητα για να μην χαθεί και η επόμενη μάχη. Για τους δε, ο Μάης ήταν η τελευταία αναλαμπή της επανάστασης και ως εκ τούτου, μη έχοντας τίποτα να φοβηθούν, μπορούν να θαυμάζουν την εικόνα της ώς την αιωνιότητα.

8

Εκεί βέβαια που συντελούνται μνημόσυνα θα συνωστίζονται πάντα τα λείψανα του αριστερισμού. Ο οποίος μετά την μετατροπή του σταλινο-μαοϊκο-τροτσκιστικού ασκιού σε σουρωτήρι, έσπευσε να πιεί από τα γάργαρα νερά του «άλλου», του «εναλλακτικού», του «οικολογικού», του… του… του… κινήματος.

Αλίμονο! Αν διαφέρουν σε κάτι οι θρησκείες του παρελθόντος από εκείνες του παρόντος, είναι η εξοργιστική ευκολία με την οποία αλλάζουν προφήτες οι σύγχρονοι θρησκευόμενοι. Ο θεός παραμένει πάντα ο ίδιος. Η Εξουσία. Σουλτάνοι στην θέση των σουλτάνων.

9

Αν ήταν κάτι το κίνημα του Μάη, αυτό σίγουρα δεν ήταν φοιτητικό κίνημα. Τελεία και παύλα.

10

Αν ήταν κάτι το κίνημα του Μάη, αυτό σίγουρα δεν ήταν μια έφοδος για την κατάληψη της εξουσίας. Ήταν μια αυθόρμητη και τεράστιας κλίμακας έφοδος για την διάλυση κάθε μορφής εξουσίας. Αυτό είναι κάτι που ποτέ οι γραφειοκρατικές, κρατικές, κομματικές, συνδικαλιστικές και διανοούμενες εξουσιούλες δεν πρόκειται να παραδεχθούν. Για ευνόητους λόγους.

11

Οι προλετάριοι που κατασκεύασαν την επαναστατική στιγμή του Μάη, δεν επιθυμούσαν παρά την οικειοποίηση της ολότητας του χώρου και του χρόνου. Δηλαδή, τον καθολικό έλεγχο της καθημερινής ζωής. Σ’ αυτή τους την προσπάθεια βρέθηκαν αντιμέτωποι με όλη την παλιά οργάνωση του κόσμου. Όλοι, από τους παπάδες, μέχρι τους σταλινικούς Κινέζους γραφειοκράτες, αγωνίστηκαν για την επιστροφή στην παλιά τάξη πραγμάτων. Με ένα πιθανό ξαναμοίρασμα της τούρτας του κόσμου. Αυτό είναι κάτι, που τώρα πια δεν διαφεύγει από τους εχθρούς του παλιού κόσμου. Την επόμενη φορά η προσπάθειά τους θα έχει την συνοχή που απαιτούν οι καιροί μας. Δεν πρόκειται να αστοχήσουν.

12

Τα παπαδαριάτα όλων των εποχών διοργάνωναν και συνεχίζουν να διοργανώνουν «γιορτές» μόνο και μόνο για να αποκοιμήσουν τους πιστούς τους, των οποίων -ούτως ή άλλως- ελέγχουν την ζωή, όλον τον υπόλοιπο χρόνο σε όλον τον υπόλοιπο χώρο. Αυτές οι γιορτές δεν μας αφορούν. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ -γιατί για τέτοια πρόκειται- του Μάη του ’68, ήταν η πιο μικρή γιορτή του 20ού αιώνα. Ήταν γιορτή με όλη την σημασία της λέξης, μιας και ήταν δημιούργημα των επαναστατημένων προλετάριων που, κατεβαίνοντας στους δρόμους, συνάντησαν την ζωή δίχως πλήξη. Ήταν η πιο μικρή γιορτή γιατί δεν επεκτάθηκε, γιατί δεν διήρκεσε…

 

13

… Ως τα πέρατα του κόσμου
ως την άκρια της γης…

14

Την επόμενη φορά, μέσα στις πρώτες χαρές της γιορτής, δεν πρόκειται να ξεχάσουμε το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών μας με τον παλιό κόσμο. Είναι η μοναδική προϋπόθεση για την επέκταση και την διάρκεια της γιορτής, της γιορτής μας.

Χρήστος Μόρφος
Πόλη των Αθηνών
Φεβρουάριος 1988

Γραμμένο για τα εικοσάχρονα του Μάη, και δημοσιευμένο στο περιοδικό Ανοιχτή Πόλη, τ. 14, Μάρτης 1988.

Ψυχαγωγία ;-) [1987]

Έβδομη Φλυαρία, Ανοιχτή Πόλη, Δεκέμβριος 1987, Τεύχος 13

 

Μπορούμε να βεβαιώσουμε, με ελάχιστες πιθανότητες σφάλματος, πως ο φοιτητής στην Ελλάδα αν δεν είναι το πιο περιφρονημένο ον, μετά τον μπάτσο και τον παπά, τότε σίγουρα κατέχει επάξια μια θέση στην πρώτη πεντάδα των πλέον αξιοπεριφρόνητων όντων. Τα αίτια αυτής της περιφρόνησης είναι συχνά πλαστά και πηγάζουν από την άρχουσα ιδεολογία, ενώ τους λόγους για τους οποίους ο φοιτητής είναι πράγματι περιφρονητέος και περιφρονημένος από την άποψη της επαναστατικής κριτικής όλοι τούς αποκρύπτουν και κανείς δεν τους ομολογεί.

…Και, παρ’ όλη την καλή τους θέληση, καταλήγουν ξανά στην ηθική των καθηγητών, την αναπόφευκτη καντιανή ηθική μιας πραγματικής δημοκρατικοποίησης δια μέσου μιας πραγματικής ορθολογικοποίησης του συστήματος διδασκαλίας, δηλαδή της διδασκαλίας του συστήματος.

…Η θεαματική παρουσίαση της αντικειμενοποίησης στον σύγχρονο καπιταλισμό επιβάλλει στον καθένα ένα ρόλο μέσα στην γενικευμένη παθητικότητα. Ο φοιτητής δεν αποτελεί εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα. Είναι ένας ρόλος προσωρινός που τον προετοιμάζει για τον οριστικό ρόλο που θα αναλάβει σαν θετικό και συντηρητικό στοιχείο μέσα στην λειτουργία του εμπορευματικού συστήματος. Δεν είναι τίποτα άλλο από μια μύηση.

Αυτή η μύηση ξαναβρίσκει κατά τρόπο μαγικό, όλα τα χαρακτηριστικά της μυθικής μύησης. Είναι και αυτή τελείως ξεκομμένη από την ιστορική, ατομική και κοινωνική πραγματικότητα. Ο φοιτητής είναι ένα ον μοιρασμένο μεταξύ μιας παρούσας και μιας μέλλουσας κοινωνικής θέσης, αυστηρά προσδιορισμένων και που η μετάβαση από την μια στην άλλη, θα γίνει τελείως μηχανικά. Η σχιζοφρενική του συνείδηση του επιτρέπει να απομονώνεται μέσα σε μια «κοινωνία μύησης», παραγνωρίζει το μέλλον του και γοητεύεται από την απατηλή ενότητα που του προσφέρει ένα προφυλαγμένο από την ιστορία παρόν. Το κίνητρο της ανατροπής της επίσημης, δηλαδή της οικονομικής αλήθειας, είναι εύκολο να αποκαλυφθεί: την φοιτητική πραγματικότητα είναι δύσκολο να την κοιτάξει κανείς κατάφατσα. Μέσα σε μια «κοινωνία αφθονίας» η σύγχρονη οικονομική κατάσταση του φοιτητή είναι η μεγάλη φτώχεια.

Η μεταβίβαση όλης της ένοχης κοινωνικής συνείδησης στους φοιτητές κρύβει την αθλιότητα και την δουλικότητα όλων.

Οι λόγοι όμως που στηρίζουν την περιφρόνησή μας για τον φοιτητή είναι τελείως διαφορετικοί. Δεν αφορούν μόνο την πραγματική του αθλιότητα αλλά και την συγκαταβατικότητα του προς όλες τις αθλιότητες, την αρρωστημένη τάση του να καταναλώνει μακάρια την αλλοτρίωση με την ελπίδα ότι, μπροστά στην έλλειψη γενικού ενδιαφέροντος, θα καταφέρει να κινήσει το ενδιαφέρον για την ειδική του ανέχεια.

Οι απαιτήσεις του σύγχρονου καπιταλισμού κάνουν το μεγαλύτερο μέρος των φοιτητών να γίνονται απλώς μικρο–στελέχη. Μπροστά στον άθλιο χαρακτήρα, που εύκολα διαισθάνεται κανείς, αυτού του λίγο ή πολύ κοντινού μέλλοντος που θα τον «αποζημιώσει» για την επαίσχυντη αθλιότητα του παρόντος, ο φοιτητής προτιμά να στρέφεται προς το παρόν του και να το στολίζει με απατηλές χάρες.

…Ο φοιτητής νομίζει ότι είναι το πιο «αυτόνομο» κοινωνικό ον, ενώ εξαρτάται άμεσα και ταυτόχρονα από τα δύο ισχυρότερα συστήματα της κοινωνικής εξουσίας: την οικογένεια και το κράτος. Είναι το βολεμένο και γεμάτο ευγνωμοσύνη παιδί τους. Ακολουθώντας την ίδια λογική του υποταγμένου παιδιού, συμμετέχει σ’ όλες τις αξίες και τις απάτες του συστήματος και τις συγκεντρώνει μέσα του. Οι ψευδαισθήσεις που επιβάλλονταν στους υπαλλήλους γίνονται ιδεολογία που την εσωτερικεύει και την διοχετεύει η μάζα των μικροστελεχών του μέλλοντος.

Ο Έλληνας φοιτητής, με την ιδιότητά του σαν ιδεολογικό ον, φτάνει στα πάντα πολύ αργά. Όλες οι αξίες και ψευδαισθήσεις που είναι το καμάρι του κλειστού του κόσμου έχουν ήδη καταδικαστεί σαν ψευδαισθήσεις αβάσιμες γελοιοποιημένες εδώ και καιρό από την ιστορία.

Περισυλλέγοντας λίγα ψίχουλα από το κατακομματιασμένο γόητρο του πανεπιστημίου, ο φοιτητής είναι ακόμα ευχαριστημένος που είναι φοιτητής. Πολύ αργά. Η μηχανική και ειδικευμένη εκπαίδευση που δέχεται έχει τόσο ριζικά υποβιβαστεί (σε σχέση με το παλιό επίπεδο της γενικής αστικής κουλτούρας) όσο έχει υποβιβαστεί και το ίδιο το πνευματικό του επίπεδο την στιγμή που μπαίνει στο πανεπιστήμιο, από το μόνο γεγονός ότι η πραγματικότητα που κυριαρχεί σ’ όλα αυτά, το οικονομικό σύστημα, απαιτεί μια μαζική κατασκευή ακαλλιέργητων και ανίκανων να σκεφτούν φοιτητών. Ο φοιτητής αγνοεί ότι το πανεπιστήμιο έγινε μια θεσμοποιημένη οργάνωση της άγνοιας, ότι και αυτή η ίδια η «υψηλή κουλτούρα» διαλύεται στον ρυθμό της μαζικής παραγωγής των καθηγητών, ότι όλοι αυτοί οι καθηγητές είναι ηλίθιοι – και οι περισσότεροι από δαύτους θα προκαλούσαν το γέλιο σ’ ένα οποιοδήποτε γυμνασιακό κοινό – και εξακολουθεί ν’ ακούει ευλαβικά τους δασκάλους του, επιδιώκοντας συνειδητά να χάσει κάθε κριτικό πνεύμα για να μπορεί καλύτερα να συμμετέχει σ’ αυτή την μυθική ψευδαίσθηση ότι έγινε ένας «φοιτητής» κάποιος που ασχολείται σοβαρά με την απόκτηση σοβαρών γνώσεων, ελπίζοντας ότι θα του εμπιστευθούν τις έσχατες αλήθειες.

Ο φοιτητής είναι μια εμμηνόπαυση του πνεύματος. Ήδη προξενεί το γέλιο.

Ο φοιτητής δεν καταλαβαίνει καν ότι η ιστορία αλλοιώνει ακόμη και αυτόν τον γελοίο «κλειστό» του κόσμο. Η περιβόητη «Κρίση του Πανεπιστήμιου», λεπτομέρεια μιας γενικότερης κρίσης του σύγχρονου καπιταλισμού, παραμένει αντικείμενο ενός διαλόγου κουφών μεταξύ διαφόρων ειδικών. Εκφράζει απλούστατα τις δυσκολίες μιας αργοπορημένης προσαρμογής αυτού του ειδικού τομέα της παραγωγής σε μια γενική μεταμόρφωση του παραγωγικού μηχανισμού.

…Ο φοιτητής δε μπορεί να ξεσηκωθεί ενάντια σε τίποτα χωρίς να ξεσηκώνεται ενάντια στις σπουδές του, και η αναγκαιότητα αυτής της εξέγερσης γίνεται λιγότερο φυσιολογικά αισθητή παρά στον εργάτη, που ξεσηκώνεται αυθόρμητα ενάντια στις συνθήκες του. Ο φοιτητής όμως είναι ένα προϊόν της σύγχρονης κοινωνίας όπως ο Γκοντάρ και η Κόκα–Κόλα. Η ολοκληρωτική αλλοτρίωσή του δε μπορεί να αμφισβητηθεί παρά με την αμφισβήτηση ολόκληρης της κοινωνίας. Αυτή η κριτική δε μπορεί να γίνει με κανένα τρόπο στα φοιτητικά πλαίσια: ο φοιτητής, σαν τέτοιος, επενδύεται με μια ψευτο–αξία που του απαγορεύει να συνειδητοποιήσει την πραγματική του στέρηση και, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, παραμένει στα έσχατα όρια της ψευδούς συνείδησης.

Κ.ΛΠ., Κ.ΛΠ., Κ.ΛΠ.

Όπως, βέβαια, κατάλαβαν οι πιο ενημερωμένοι αναγνώστες, τα παραπάνω δε γράφτηκαν στην Ελλάδα του 1987 για την Ελλάδα του 1987, αλλά αποτελούν αποσπάσματα της μπροσούρας της Καταστασιακής Διεθνούς Η μιζέρια των φοιτητικών κύκλων που κυκλοφόρησε στην Γαλλία πριν από ακριβώς 20 χρόνια. (Όπου Έλληνας = Γάλλος).

Τους τελευταίους μήνες γινόμαστε μάρτυρες μιας «πρωτοφανούς» (sic) αναταραχής που σημειώνεται στον χώρο των ελληνικών πανεπιστημίων ή γενικότερα της –λεγόμενης– Ανώτατης Εκπαίδευσης. Η αναταραχή αυτή –που οι καταλήψεις των σχολών αποτελούν μια λεπτομέρειά της– χαρακτηρίζεται από ένα –κύριο– στοιχείο: Την άγρια επίθεση ενάντια στους φοιτητές και το φοιτητικό κίνημα.

Κύριες αιχμές αυτής της επίθεσης είναι ο υπουργός και το υπουργείο Παιδείας, το σύνολο –σχεδόν– των πανεπιστημιακών δασκαλάκων και μερίδα του τύπου (ΒΗΜΑ π.χ.). Το πλαίσιο πάνω στο οποίο στοιχειοθετείται αυτή η επίθεση είναι η «κρίση της ανώτατης εκπαίδευσης» και η υποβάθμιση των σπουδών ενόψει της ολοκλήρωσης της ευρωπαϊκής ενότητας (1988: ελεύθερη εγκατάσταση επαγγελματιών, 1992: ενοποίηση της αγοράς) και της «πρόκλησης» του 2000.

Από την άλλη, το φοιτητικό κίνημα –αιωνίως δέσμιο του συνδικαλιστικού του εαυτού– διατυπώνει διάφορα αιτήματα, ψελλίζει –όταν το κατορθώνει– έναν κάποιο πολιτικό λόγο, κοινωνικά και ιστορικά ξεπερασμένο, και αντιστέκεται στον περιβόητο εκσυγχρονισμό.

Η διένεξη αυτή, που κάθε άλλο παρά καθαρά ενδοπανεπιστημιακή είναι, έχει χαρακτηριστεί σχεδόν από όλες τις πλευρές σαν ένας «ατέρμων διάλογος κουφών», αν και ο χαρακτηρισμός «θέατρο του παραλόγου» είναι περισσότερο ταιριαστός. Το γιατί θα το δούμε στην συνέχεια.

Ας τα πάρουμε, όμως, με την σειρά.

Όπως είναι γνωστό η αστική τάξη είναι μια κοινωνική τάξη που έχει οράματα, στόχους και σκοπό. Τα οράματα και οι στόχοι της συμπυκνώνονται στο παρακάτω τρίπτυχο: Οικονομική ανάπτυξη, οικονομική ανάπτυξη και –τέλος– οικονομική ανάπτυξη. Ο σκοπός της, τον οποίο αποκρύπτει με έναν εξαιρετικά επιδέξιο και αποτελεσματικό –μέχρι στιγμής– τρόπο, είναι ένας και μοναδικός: διαιώνιση της κυριαρχίας της πάνω στην κοινωνία.

Η αστική τάξη, όμως, διαθέτει και ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: είναι η μοναδική κυρίαρχη τάξη της ιστορίας που αρνείται ότι κυριαρχεί. Αυτό της χαρίζει μερικά –διόλου ευκαταφρόνητα– πλεονεκτήματα. Έτσι, όταν μιλάει για τα συμφέροντα του «λαού» αναφέρεται στα δικά της συμφέροντα. Όταν μιλάει για «βάθεμα και πλάτεμα» αυτού του πράγματος που ονομάζει «δημοκρατία», εννοεί την αύξηση του ελέγχου της πάνω στην κοινωνία. Όταν μιλάει για οικονομική ανάπτυξη του τόπου, εννοεί την αύξηση των κερδών της. Και ούτω καθεξής.

Η αστική τάξη, τέλος, διαθέτει και μια ιδεολογία. Εφόσον είναι η κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας και η ιδεολογία της είναι η κυρίαρχη ιδεολογία αυτής της κοινωνίας. Μιας και, όπως προαναφέραμε, η αστική τάξη αρνείται ότι κυριαρχεί πάνω στην κοινωνία είναι επόμενο ότι και η ιδεολογία της θα είναι εξαιρετικά καλά καμουφλαρισμένη, και ότι θα παρουσιάζεται όχι σαν μια ιδεολογία (αφηρημένη θέληση του καθολικού, και ψευδαίσθησή του), αλλά σαν μια πραγματική κατηγορία του κόσμου. Μετά από εντατικές προσπάθειες δύο αιώνων και μέσα από συνεχή πισωγυρίσματα οι επαναστάτες αυτού του πλανήτη γνωρίζουν ότι η κυρίαρχη ιδεολογία, η ιδεολογία της αστικής τάξης, η ιδεολογία που κυριαρχεί, είναι η οικονομία.

Αυτή η ιδεολογία, η οικονομία, ο χυδαίος οικονομίστικος ωφελιμισμός, κυριαρχεί σήμερα σε κάθε όψη της κοινωνικής ζωής και –ακόμα χειρότερα– σε κάθε τομέα της καθημερινής ζωής. Συνεπώς κάθε αγώνας ενάντια σ’ αυτήν την κοινωνία, στην κυρίαρχη τάξη και στην κυρίαρχη ιδεολογία είναι «αντι–οικονομικός» αγώνας. Τα φουκαριάρικα που περιφέρουν το μίζερο είναι τους και το «τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι…», παραπονούμενα για την έλλειψη επικοινωνίας είναι απλά… φουκαριάρικα. Η οικονομία και η επικοινωνία είναι, τώρα πια, θανάσιμοι εχθροί. Και το ξέρουν.

Ένα κυρίαρχο ψέμα, που ταλανίζει τους ηλίθιους θεωρητικούς κάθε κομματικής στρούγκας του πλανήτη, είναι η περιβόητη «κρίση» του καπιταλισμού. Όταν αναφερόμαστε στον καπιταλισμό είναι σαν να αναφερόμαστε στην κρίση του καπιταλισμού. Καπιταλισμός και κρίση του καπιταλισμού είναι έννοιες ταυτόσημες. Η κρίση σε καμιά περίπτωση δε σημαίνει: «περίοδος ανωμάλου καταστάσεως, δυσχερείας και κινδύνων, διαταραχή της κανονικής τάξεως ή λειτουργίας». Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτή η κρίση ενυπάρχει στον καπιταλισμό, ότι είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του. Η κρίση του καπιταλισμού είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός. Για έναν απλό λόγο: η «λαιμαργία» των καπιταλιστών είναι αδύνατο να κορεσθεί. Όσο περισσότερα κερδίζουν τόσο περισσότερα θέλουν να κερδίζουν. Όσο περισσότερο κυριαρχούν τόσο περισσότερο θέλουν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους. Όσο περισσότερο ελέγχουν την κοινωνική ζωή τόσο περισσότερο επιθυμούν την επέκταση του ελέγχου τους πάνω στην κοινωνία. Η αστική τάξη είναι η τάξη της «λαιμαργίας». Η αστική τάξη είναι η τάξη που θέλει –κυριολεκτικά– να «καταβροχθίσει» τους πάντες και τα πάντα. Και όσο γνωρίζει ότι είναι αδύνατο να πετύχει κάτι τέτοιο, τόσο περισσότερα «καταβροχθίζει». Η αστική τάξη είναι αχόρταγη. Η αστική τάξη είναι η τάξη της μη–ικανοποίησης.

Αυτή η εναγώνια και αιώνια και ανικανοποίητη πείνα της αστικής τάξης είναι η περιβόητη κρίση του καπιταλισμού. Είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός. Ο καπιταλισμός, από τότε που επέβαλε την κυριαρχία του, βρίσκεται μονίμως σε κρίση, γιατί δεν παύει να είναι ο εαυτός του. Ο καπιταλισμός είναι η ίδια του η κρίση. Ο καπιταλισμός από τότε που υπάρχει και για όσο θα υπάρχει ακόμα, βρίσκεται σε κρίση. Η κρίση του καπιταλισμού είναι η ουσία του καπιταλισμού, είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός. Αυτό είναι κάτι που κανένας τροτσκιστής δεν πρόκειται να καταλάβει. Ή όποιος άλλος μαλάκας.

Παρένθεση. Σ’ αυτό το σημείο κρίνεται ως απαραίτητη μια διευκρίνιση. Όταν αναφερόμαστε στην αστική τάξη, αναφερόμαστε –βέβαια– σε όλες τις μορφές και εκφράσεις της. Ακροδεξιά, δεξιά, κεντρώα, αριστερά, κομμουνιστικά κόμματα, αριστερίστικα, αναρχο–αριστερίστικα και ούτω καθεξής. (Ο αναρχο–αριστερισμός ή αναρχο–σταλινισμός είναι ένα εξωτικό ιδεολογικό φρούτο που εμφανίστηκε στην Ελλάδα στις αρχές αυτής της δεκαετίας. Μετά την –ουσιαστική– διάλυση των διάφορων γκρουπούσκουλων, τα κομμάτια και τα θρύψαλά τους μπάλωσαν τον τρύπιο σταλινομαοϊκό λόγο τους με αναρχικά μπαλώματα. Η διάχυτη ηλιθιότητα και ο ιδεολογικός κατακερματισμός του «χώρου» συνέβαλε επίσης στην σταλινοποίηση διάφορων αναρχικών στοιχείων, έτσι ώστε να δημιουργηθεί αυτή η ενιαία ιδεολογική πορδή). Τέλος της παρένθεσης.

Όταν, συνεπώς, βλέπετε τους διάφορους ηλίθιους, δεξιούς και αριστερούς, να μιλάνε για έξοδο από την κρίση, να έχετε υπόψη σας ότι αναφέρονται στην μεγιστοποίηση των κερδών των καπιταλιστών, στην επέκταση του ελέγχου και της κυριαρχίας της αστικής τάξης πάνω στην κοινωνία.

Την τελευταία –τουλάχιστον– δεκαετία, σύσσωμη η πολιτική και κομματική λετσαρία της χώρας, σε στενή συμπαράταξη με τις πουλημένες και ξεφτιλισμένες πένες κάθε απόχρωσης, έχουν βαλθεί να μας πείσουν ότι η «ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε βαθιά κρίση». (Η κρίση χρησιμοποιείται με την λεξικολογική της έννοια που παραθέσαμε πιο πάνω). Αυτήν την κρίση αισθάνονται την ανάγκη να την διαχωρίσουν σε διάφορες επιμέρους κρίσεις. Οικονομική κρίση. Κρίση αξιών (όχι, βέβαια, των αξιών του χρηματιστηρίου). Πολιτική κρίση κ.λπ., κ.λπ.

Τι είδους, όμως, κρίσεις είναι αυτές; Για να δούμε τι ακριβώς εννοούν αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στις προτάσεις που κάνουν για το πώς θα βγει η ελληνική κοινωνία από την κρίση.

Το φάρμακο για την οικονομική κρίση είναι –κατά κοινή τους ομολογία– η οικονομική ανάπτυξη. Δηλαδή, για να βγει η Ελλάδα από την κρίση πρέπει να αναπτυχθεί. Για να συμβεί αυτό πρέπει να υπάρξουν επενδύσεις. Για να γίνουν επενδύσεις πρέπει να βρεθούν λεφτά. Τα λεφτά που θα επενδυθούν βρίσκονται μόνο με την αύξηση των κερδών. Οι επενδύσεις οδηγούν σε νέα κέρδη κ.ο.κ. Ηθικό δίδαγμα: Το φάρμακο για την οικονομική κρίση βρίσκεται στα όλο και μεγαλύτερα κέρδη. Δηλαδή, έλλειψη κερδών συνιστά μια άρρωστη οικονομία, μια οικονομική κρίση. Συνεπώς, η κρίση του καπιταλισμού είναι η έλλειψη κερδών, μια στιγμιαία ανάπαυλα στο ατέλειωτο τσιμπούσι της αστικής τάξης. Άρα, όταν μιλάμε για οικονομική κρίση μιλάμε για κρίση του καπιταλισμού.

Η πολιτική κρίση. Τα φάρμακα που προτείνονται είναι πολλά. Ανάμεσά τους η απλή αναλογική και οι πρόωρες εκλογές. Κοινό αποτέλεσμα και των δύο, μια νέα κυβέρνηση, την οποία θα εμπιστευτούν οι επενδυτές για να επενδύσουν τα κέρδη κ.λπ., κ.λπ. Επιστρέφουμε στα προηγούμενα. Η πολιτική κρίση θα γιατρευτεί με μια νέα κυβέρνηση. Τότε θα γίνουν επενδύσεις, θα υπάρξει οικονομική ανάπτυξη, θα βγούμε από την κρίση. Άρα, η πολιτική κρίση βρίσκεται στην κρίση εμπιστοσύνης των καπιταλιστών προς την κυβέρνηση. Πώς να επενδύσουν αν δεν είναι σίγουρο, πως θα έχουν κέρδη ή πως δεν θα τους τα πάρει η εφορία. Ηθικό δίδαγμα: η πολιτική κρίση είναι οικονομική κρίση, είναι κρίση του καπιταλισμού.

Κρίση αξιών. Ανάγεται στα προηγούμενα. Παράδειγμα: Η οικονομική κρίση οδηγεί σε κρίση το τραπεζικό σύστημα, δεν υπάρχουν λεφτά για επενδύσεις και εμπόριο, ο Γούκος γίνεται τοκογλύφος. Αίσχος και ντροπή. Οι τράπεζες χάνουν έτσι τόκους. Κρίση (χρηματιστηριακών) αξιών.

Συμπέρασμα: Όταν οι διάφοροι κουραδοεγκέφαλοι μιλάνε για κρίση της (ελληνικής) κοινωνίας εννοούν την κρίση του καπιταλισμού. Εννοούν, όπως δείξαμε, ότι το στομάχι της αστικής τάξης γουργουρίζει από την πείνα και ότι πρέπει να αρχίσει να καταβροχθίζει ό,τι βρει μπροστά της. Όταν μιλάνε για κοινωνική κρίση δεν εννοούν την κρίση της κοινωνίας, για την οποία προσπαθούν να μας πείσουν. Εννοούν την κρίση του καπιταλισμού. Η έξοδος, όμως, από αυτήν την κρίση σημαίνει, όπως τονίσαμε, μεγαλύτερα κέρδη. Για να επιτευχθεί αυτό δεν πρέπει να υπάρξει σημαντική αντίσταση. Άρα η αστική τάξη πρέπει να επεκτείνει τον έλεγχό της σε ακόμα περισσότερους τομείς της καθημερινής ζωής.

Όταν η αστική τάξη πεινάει για κέρδη, μοιάζει με τα άγρια θηρία. Είναι άγριο θηρίο. Γίνεται αδίστακτη. Φτάνει ως το σημείο να προβάλλει στην τηλεόραση δολοφονίες αντιπάλων της, που εν ψυχρώ εκτέλεσε. Ένα άγριο θηρίο μπορεί να κάνει τα πάντα. Ας το έχουμε υπόψη μας.

Η έξοδος από την κρίση, δηλαδή η –για μια ακόμη φορά– αναζήτηση μεγαλύτερων κερδών, ονομάστηκε μετά την μεταπολίτευση του 1974, εκσυγχρονισμός. (Θα μπορούσε να ονομαστεί και διαφορετικά. Στην Αμερική μετά την κρίση του 1929, η αναζήτηση κερδών ονομαζόταν «New Deal». Στην ΕΣΣΔ από τις αρχές της δεκαετίας του ’20 ονομάζεται «πεντάχρονα πλάνα». Η αναζήτηση και αύξηση των κερδών έχει χίλια ονόματα, αλλά ένα μόνο πρόσωπο).

Μια επιπόλαιη ματιά στα πεπραγμένα του «αστικού εκσυγχρονισμού» την τελευταία δεκαπενταετία στην Ελλάδα, θα μας έδειχνε ότι η όλη προσπάθεια έχει αποτύχει οικτρά.

Χα!

Μια ματιά στο βιβλίο του Τόμσον, Χρόνος, εργασία και βιομηχανικός καπιταλισμός (εκδ. Κατσάνος), και κύρια στα βιβλία του Μαρξ, αρκεί για να αντιληφθούμε ότι σε κάθε νέα φάση «ανάπτυξης» απλώνεται όλο και περισσότερο η αθλιότητα και ο έλεγχος της αστικής τάξης πάνω στην κοινωνία. Η «οικονομική ανάπτυξη» προϋποθέτει αυτόν τον έλεγχο, και αντίστροφα. Από αυτήν την άποψη κάθε άλλο παρά απέτυχε ο αστικός εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα. Σύντριψε το ανεξάρτητο εργοστασιακό κίνημα στα μέσα της περασμένης δεκαετίας. Κατόρθωσε να διαλύσει το ανεξάρτητο και αντιγραφειοκρατικό φοιτητικό κίνημα που –την περίοδο 1978-81– έδινε κάποια ελπιδοφόρα μηνύματα. Κατόρθωσε να επιβάλλει τον πολιτικό του λόγο και τις επιλογές του σε όλο το φάσμα των πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων, από την άκρα δεξιά ως την άκρα αριστερά (χαρακτηριστικό παράδειγμα, η θλιβερή παρουσία του ΕΚΚΕ μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση το 1981). Το γεγονός, βέβαια, της πλήρους αποκτήνωσης των νέων με τα διαδοχικά συστήματα πανελλήνιων και πανελλαδικών εξετάσεων καθώς και την πλημμυρίδα των ναρκωτικών (κυρίως της ηρωίνης) δε νομίζουμε ότι χρειάζεται ιδιαίτερα σχόλια.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως η «μεγάλη υπόθεση της αλλαγής» βαδίζει χέρι–χέρι με την απόλυτη κοινωνική σιγή και την ανυπαρξία αμφισβήτησης–αντίστασης στις επιλογές της αστικής τάξης. Και αυτό έχει επιτευχθεί σε έναν μεγάλο βαθμό. Αν τώρα στο άλλο σκέλος του αστικού εκσυγχρονισμού, την «οικονομική ανάπτυξη» (=αύξηση κερδών) δεν υπάρχουν και τόσο ορατά αποτελέσματα, αυτό οφείλεται σε μια σειρά ατυχών συγκυριών σε διεθνές επίπεδο. Κρίση πετρελαίου και –κύρια– το πέρασμα από τις παλιές βιομηχανίες σ’ αυτό που ονομάζεται «νέα τεχνολογία».

Η αστική τάξη έχοντας πετύχει –σε έναν μεγάλο βαθμό– την κοινωνική σιωπή στο εσωτερικό μέτωπο, μπορεί τώρα να προχωρήσει ανενόχλητη στην «οικονομική της ανάπτυξη».

Και, επιτέλους, φτάνουμε στο ζήτημα των πανεπιστημίων.

Πολλοί είναι αυτοί που συγκρίνουν την «κρίση» που ξέσπασε στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης, με την περίοδο των καταλήψεων –ενάντια στον νόμο 815– στα τέλη του 1979 και τις αρχές του 1980. Τίποτε το ψευδέστερο. Ο νόμος 815, μπορεί να αποσύρθηκε στις αρχές του 1980, πέρασε, όμως, σχεδόν χωρίς να ανοίξει μύτη, από το ΠΑΣΟΚ το 1982. Το 1979 το φοιτητικό κίνημα είχε εξαπολύσει επίθεση ενάντια σε έναν νόμο που ούτως ή άλλως, προωθούσε τα εξάμηνα ή, για να το θέσουμε γενικότερα, την εντατικοποίηση των σπουδών και έναν κάποιον αφηρημένο εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης.

Το 1987 δεν είναι το φοιτητικό κίνημα, αλλά η κυβέρνηση –και κατ’ επέκταση η αστική τάξη– που επιτίθεται. Και αυτό φαίνεται ακατανόητο σε κάποιον που «βλέπει» την τωρινή κατάσταση με τους όρους του 1979. Ο νόμος 1268 που εκσυγχρονίζει όλο το πλαίσιο λειτουργίας της Α.Ε. εφαρμόζεται εδώ και χρόνια. Τότε, τι;

Για να γίνει αντιληπτή όλη αυτή η –ιστορική– διαφορά μεταξύ των «κρίσεων» του 1979 και του 1987 αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στις δηλώσεις που γίνονται για την Α.Ε. τους τελευταίους μήνες. Δηλώσεις, που τονίζουμε, δεν υπήρξαν το 1979. Τουλάχιστον όχι με την σημερινή τους μορφή.

Οι δηλώσεις αυτές έχουν έναν κεντρικό άξονα: «Τον κίνδυνο υποβάθμισης των ελληνικών πτυχίων». Σταχυολογούμε κάποιες φράσεις:

Ο Θ. Παπαλεξόπουλος, πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών, προειδοποιεί φοιτητές και πτυχιούχους: «Πάψτε να γυρεύετε τα εύκολα πτυχία, τα οποία τελικά δεν έχουν καμιά αξία».

Ο Α. Παπανδρέου στα εγκαίνια της έκθεσης Θεσσαλονίκης μιλά για τον κίνδυνο υποβάθμισης των ελληνικών πτυχίων.

Ο Θ. Πάγκαλος, υπουργός, υπεύθυνος για τις σχέσεις με την ΕΟΚ: «Δε θα θεωρηθεί ευρωπαϊκό ένα πτυχίο όπου ο φοιτητής θα μπορεί επ’ άπειρον να δίνει εξετάσεις στο ίδιο μάθημα με πλήθος διευκολύνσεων και μια αργόσυρτη οιονεί σπουδή η οποία μπορεί να επεκτείνεται σε δεκαετίες».

Μπλα, μπλα, μπλα, «μεγάλος αριθμός φοιτητών που εισάγονται από το παράθυρο με ευεργετικούς νόμους», μπλα, μπλα, μπλα, «αθρόα και χωρίς περιορισμούς μεταφορά μαθημάτων», μπλα, μπλα, μπλα, «απεριόριστος αριθμός εξεταστικών περιόδων», μπλα, μπλα, μπλα, «χωρίς συνέπειες αντιγραφή στις εξετάσεις», μπλα, μπλα, μπλα, «είναι τα κυριότερα μειονεκτήματα της Α.Ε.», μπλα, μπλα, μπλα, «που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην υποβάθμιση των σπουδών και των πτυχίων», μπλα, μπλα, μπλα…

Διάολε! Κάτι συμβαίνει εδώ πέρα. Γιατί ξαφνικά τους έπιασε ο πόνος για το επίπεδο των ελληνικών σπουδών και πτυχίων;

Είναι γνωστό, ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια όλη η παραγωγή των πανεπιστημίων, δηλαδή οι πτυχιούχοι, κατέληγαν στον δημόσιο τομέα όπου βέβαια δεν χρειαζόταν να ξέρουν και πολλά πράγματα μιας και κανείς δεν τους τα ζητούσε. Τα τελευταία χρόνια γίνεται φανερό, στον ελληνικό χώρο (με την αποτυχία των κοινωνικοποιήσεων του ΠΑΣΟΚ) αλλά και στον παγκόσμιο χώρο, ότι ο δημόσιος τομέας δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να σηκώσει το βάρος του «περάσματος στην νέα τεχνολογία». Ζήτω, λοιπόν, ο ιδιωτικός τομέας!

Το πέρασμα στην νέα τεχνολογία χρειάζεται ικανά στελέχη που θα δουλέψουν εκτός των κρατικών φορέων. Πού θα βρεθούν, λοιπόν, αυτά τα στελέχη; Μα, στα πανεπιστήμια. Βλέπουμε ότι ο κίνδυνος υποβάθμισης των πτυχίων είναι ένας ευφημισμός. Αυτό που εννοούν είναι ότι για την «ανάπτυξη της οικονομίας» στην Ελλάδα χρειάζονται ικανά στελέχη και όχι ανίκανοι δημόσιοι υπάλληλοι.

Ας ρίξουμε μια ματιά στο τι ακριβώς λένε οι πολιτικοί, οι καθηγητάκοι, οι εκπρόσωποι των παραγωγικών τάξεων (sic), οι δημοσιογράφοι, κ.λπ. (Αποφεύγουμε να γράψουμε ποιος είπε τι γιατί δεν έχει ιδιαίτερη σημασία).

«Οι φοιτητές είναι οι δεύτεροι υπεύθυνοι για την κατάντια της ανωτάτης παιδείας μας. Αν προσέξουμε τα σημερινά αιτήματα τους …θα διαπιστώσουμε πως όλα σχεδόν είναι οικονομικά και ότι γι’ αυτά έχουν συγκεκριμένες προτάσεις, ενώ όταν πρόκειται για το θέμα της ποιότητας των σπουδών περιορίζονται στο γνωστό και αφηρημένο ευχολόγιο της αναβάθμισης.»

«Οι φοιτητές έχουν δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία.»

«…Οι ημιμαθείς φοιτητικές συντεχνίες και οι κατ’ επάγγελμα συνδικαλιστές…»

«Η φοιτητική «εξέγερση» (;) δεν αμφισβητεί την σημερινή πανεπιστημιακή οντότητα.»

«Τα αιτήματα που προβάλλουν προς επίλυση οι φοιτητές είναι μεν υπαρκτά και οξύτατα, αλλά ο μονομερής οικονομικός χαρακτήρας τους υποκρύπτει μιαν ανομολόγητη διάθεση να μην αλλάξει τίποτα στην ανώτατη παιδεία.»

«Είναι αδύνατο να έχουμε παιδεία χωρίς στελέχη και χωρίς στελέχη είναι αδύνατο να προχωρήσουμε ούτε προς το 1992, ούτε προς το 2000.»

«Οι φοιτητές «σνομπάρουν» τις ίδιες τις αυτοδιαχειριστικές δυνατότητες που τους δίνει ο νόμος.»

«Ο χώρος της Ανώτατης Εκπαίδευσης «γκετοποιείται» σταδιακά και απομονώνεται από το κοινωνικό σώμα.»

«Ούτε μαλακά κρεβάτια ούτε πιάτα γεμάτα λαχταριστά φαγητά ούτε πολυσέλιδα βιβλία πρόκειται να λύσουν τα προβλήματα στέγασης, σίτισης και εκπαίδευσης των φοιτητών». (Κάνοντας εξαίρεση, σας πληροφορούμε ότι το μπουμπούκι που έγραψε το παραπάνω απόσπασμα λέγεται Συλβάνα Ράπτη – στο ΒΗΜΑ).

«…Η γνώση για την γνώση …Και η πιο περιθωριακή –από πλευράς άμεσης χρησιμότητας– πληροφορία μπορεί να γίνει καίρια κάποτε για μιαν απρόβλεπτη τεχνολογική ανάπτυξη.»

«Το καμπανάκι χτυπάει από μόνο του εν όψει του 1992.»

«Η επιστημονική έρευνα όταν δεν είναι ανύπαρκτη, καρκινοβατεί.»

«…Σύνδεση του πανεπιστήμιου με την παραγωγή.»

«…Πόσο αξίζει ένα πτυχίο στην αγορά.»

«Τι τόπο μπορούν να πιάσουν οι γνώσεις ενός στελέχους –απόφοιτου ελληνικού πανεπιστημίου– τον οποίο θα προσλάβουν στην επιχείρησή τους.»

«Τα περισσότερα πανεπιστήμια αρνούνται να συνεργαστούν με τις βιομηχανίες, για από κοινού έρευνες.»

«…η θέση μας στον νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας…»

«Οι λόγοι της κρίσης και του τέλματος στην εκπαίδευση είναι η αποβιομηχάνιση και η οικονομική κρίση.»

Κ.ΛΠ., Κ.ΛΠ., Κ.ΛΠ.

Παρατηρούμε ότι η επιθετική πολιτική της αστικής τάξης στον χώρο της εκπαίδευσης ξεκινά με την κινδυνολογία (κίνδυνος υποβάθμισης κ.λπ.) κατηγορεί τους φοιτητές γιατί έχουν υιοθετήσει τόσο πλατειά την ιδεολογία της (την οικονομία) και στο τέλος μιλά ξεκάθαρα για τα συμφέροντα της, τα οποία θα πρέπει οι φοιτητές να τρέξουν να υποστηρίξουν.

Θα σταθούμε στο δεύτερο σημείο. Κάπου εδώ αρχίζει το θέατρο του παραλόγου.

Ο Τρίτσης έχει «δίκιο» όταν κατηγορεί τους φοιτητές ότι τους ενδιαφέρει μόνο το παχύ τους έντερο.

Με την σειρά τους, και οι φοιτητές έχουν «δίκιο» όταν προβάλλουν μια σειρά οικονομικών αιτημάτων (στέγαση, σίτιση κ.λπ.)

Πριν από μερικές σελίδες, λέγαμε ότι η «αόρατη» και ταυτόχρονα πανταχού παρούσα ιδεολογία της αστικής τάξης είναι η οικονομία. Βάσει αυτού ο Τρίτσης (και όλοι οι υπόλοιποι…) την «βγαίνει» στους φοιτητές από τα «αριστερά» και από τα «δεξιά» ταυτόχρονα. Τους την «βγαίνει» από τα «αριστερά» κατηγορώντας τους, ότι το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τα οικονομικά τους συμφέροντα. (Αυτό το προνόμιο ο Τρίτσης, και με το «δίκιο» του, το παραχωρεί μόνο στην τάξη του, την αστική τάξη). Ταυτόχρονα, τους την «βγαίνει» και από τα «δεξιά» γιατί οι φοιτητές μπροστά στον ωφελιμισμό τους αγνοούν –αν δε σαμποτάρουν– τα υψηλά οράματα της αστικής τάξης (Οικονομική ανάπτυξη, οικονομική ανάπτυξη και οικονομική ανάπτυξη).

Οι φοιτητές την «βγαίνουν» από τα «αριστερά» στην αστική τάξη, εκεί όπου αυτή τους την «βγαίνει» από τα «δεξιά». (Αρνούνται να συμμετάσχουν στα οράματα για μεγαλύτερα κέρδη). Την «βγαίνουν» ταυτόχρονα και από τα «δεξιά». (Έχουν τόσο πολύ εμποτιστεί από τον –ιδεολογικό– «οικονομικό» ωφελιμισμό της αστικής τάξης, που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τα συμφέροντά τους: το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος με την μικρότερη δυνατή προσπάθεια. Σαν μελλοντικά στελέχη ζητούν και κάποια «προκαταβολή» – συν τοις άλλοις).

Μετά από όλα αυτά τα «αριστεροδεξιά βγαλσίματα» διαπιστώνουμε ότι η τωρινή κρίση στα πανεπιστήμια δεν είναι –ούτε στο ελάχιστο– «σύγκρουση δύο αντίθετων κόσμων». Αργά ή γρήγορα, εύκολα ή δύσκολα η αστική τάξη θα τα «βρει με τα παιδιά» της, τα μελλοντικά «παιδιά» της – εν πάση περιπτώσει.

Τελειώνοντας αυτό το κείμενο, θα θέλαμε να κάνουμε μια πρόβλεψη. Επειδή η ανάλυση που επιχειρήσαμε για την «κρίση στο πανεπιστήμιο» –που, οπωσδήποτε, έχει και κάποιες άλλες παραμέτρους, που δεν αναφέραμε– ισχύει λίγο ως πολύ για το υπαλληλάτο του δημόσιου τομέα και των οργανισμών κοινής ωφέλειας, μην εντυπωσιασθείτε αν δείτε την αστική τάξη να εξαπολύει επίθεση ενάντια και σ’ αυτές τις «συντεχνίες».

μετά τιμής
Χρήστος Μόρφος
13–14 Δεκέμβρη 1987

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1: Ο λόγος που προτάξαμε σ’ αυτό το κείμενο, κάποια αποσπάσματα από την «Μιζέρια…» είναι νομίζουμε φανερός. Ούτως ή άλλως τα όσα γράφουμε δεν αφορούν κάποιους επαναστάτες–φοιτητές που αποκλεισμένοι στον χώρο του πανεπιστήμιου, παλεύουν για ό,τι καλύτερο. Απλά, τους θυμίζουμε ότι η θεωρητική και πρακτική εξυπνάδα του επαναστατικού εγχειρήματος των καιρών μας βρίσκεται σίγουρα εκτός πανεπιστημίων…

ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2: Είναι γεγονός ότι ο αγώνας ενάντια στην αλλοτρίωση περνά μέσα από την αλλοτρίωση. Το σφάλμα με τις διάφορες συντεχνίες είναι ότι επαιτούν ψίχουλα από την αστική τάξη, ενώ θα έπρεπε να απαιτούν τα πάντα…

 Ανοιχτή Πόλη # 13

Αρέσει σε %d bloggers: