Αρχείο

Archive for the ‘Uncategorized’ Category

Ένα καπουτσινάκι για τον Κάρλος Καστανέντα

«Αργία, μήτηρ πάσης κακίας», «η πενία τέχνας κατεργάζεται», «mejor tarde que nunca», και πάει λέγοντας.

Όταν καίγεται η μητρική του υπολογιστή σου και μετατρέπεσαι σε δρ. Φρανκεστάιν, προσπαθώνας να στήσεις ένα καινούργιο σύστημα με παλιά ανταλλακτικά, μπορεί και να πετύχεις και καμιά ξεχασμένη μονάδα floppy disk [όσοι δεν γνωρίζετε τον όρο γκουγκλίστε τον 🙂 ]

Και κάπως έτσι, μετά από χρόνια, μπορείς να διαβάσεις τα περιεχόμενα μιας δισκέτας, στην ετικέτα της οποίας γράφει: «Castaneda – Μετάφραση». Η δισκέτα είχε γραφεί τον μακρινό Μάιο του 1996 [!!!] και περιέχει τη μετάφραση στα ελληνικά του βιβλίου της Καρμίνα Φορτ Συνομιλίες με τον Κάρλος Καστανέντα, που είχε εκδοθεί για πρώτη φορά στην Ισπανία το 1991. Είχα πετύχει το βιβλίο σ’ ένα ξενόγλωσσο βιβλιοπωλείο κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό της Φρανκφούρτης, ένα-δυο χρόνια μετά.

Επειδή τώρα δουλεύω από ένα αργό λάπτοπ [θα γίνουμε και τα δυο μας πέντε χρόνων 😀 στα μέσα Απρίλη], δεν μπορώ να μετατρέψω όλο το βιβλίο σε pdf, οπότε θα περιοριστείτε στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου [και επιφυλάσσομαι…].

Δεν ξέρω αν είναι καλή η μετάφραση, αλλά στο διαδίκτυο κυκλοφορεί και στα ισπανικά και μεταφρασμένο στα αγγλικά. Έρρωσθε!

carmina fort

Καρμίνα Φορτ – Συνομιλίες με τον Κάρλος Καστανέντα – Κεφάλαιο 3 [pdf]

 

 

Advertisements

Ζ.-Κ. Μισεά: μια καταφανώς επίκαιρη σημείωση.

Αντιγράφω το μεγαλύτερο μέρος της σημείωσης [Δ], σελ. 170-171, από το βιβλίο του ΖανΚλωντ Μισεά, Η Αυτοκρατορία του Μικρότερου Κακού – Δοκίμιο για τον Φιλελεύθερο Πολιτισμό, μετ. Άγγελος Ελεφάντης, επιμ. Αναστασία Μυλωνοπούλου, Πόλις, Αθήνα 2008.

[Η παραγραφοποίηση (για λόγους διαδικτυακής… «οικονομίας] και οι υπογραμμίσεις με έντονα δικά μου, οι υπογραμμίσεις με πλάγια του συγγραφέα. Για την common decency περισσότερα στην παραπομπή του πρώτου σχολίου.]

 

michea-ex-el

 

Από τη στιγμή που ο σοσιαλιστικός αγώνας πρέπει να στηριχθεί στην common decency ‹των απλών ανθρώπων», προϋποθέτει, όπως ο Καμύ το έχει υπογραμμίσει, αυτή την ικανοτητα αγάπης για τη ζωή (άρα, την αντίστοιχη ψυχική ωριμότητα) χωρίς την οποία καμιά πραγματικά μεγαλόψυχη πράξη δεν είναι δυνατή.

Μόλις λείψει αυτή η ψυχολογική και ηθική βάση, «οι εξεγέρσεις» ενάντια στην καθεστηκυία τάξη -όποια κι αν είναι η φαινομενική τους «ριζοσπαστικότητα» δεν μπορούν να αντλήσουν τα κίνητρά τους παρά στη λύσσα, το μίσος, τον φθόνο και τη μνησικακία (και άρα, στις πιο παιδικές μορφές της επιθυμίας της εξουσίας).

Είναι δύσκολο, επομένως, ν’ αποφύγει κανείς τις ωμές κριτικές που απηύθυνε ο Νίτσε προς τον «αναρχικό» που «διεκδικεί μέσα σε μια ωραία απαξίωση «το δικαίωμα», «τη δικαιοσύνη», τα «ίσα δικαιώματα» […] Αυτή η «ωραία απαξίωση» -γράφει ο Νίτσε του κάνει ήδη καλό κι από μόνη της, και για έναν φτωχοδιάβολο είναι αληθινή ευχαρίστηση να μπορεί να βρίζει. Βρίσκει στη βρισιά μια μικρή μέθη ισχύος. Ήδη το παράπονο, και μόνο το γεγονός να εκφράσει κανείς το παράπονό του, μπορεί να δώσει στη ζωή ένα δέλεαρ που να την κάνει υποφερτή· σε κάθε παράπονο υπάρχει μια εκλεπτυσμένη δόση εκδίκησης· καταλογίζει κανείς στους άλλους, που ζουν σε διαφορετικές συνθήκες ζωής, τη δική του δυσφορία σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα και την ποταπότητά του, σαν μια αδικία, σαν ένα προνόμιο ανισότητας. «Αφού είμαι κάθαρμα πρέπει και συ να είσαι κάθαρμα»· μ΄αυτή τη λογική γίνονται οι επαναστάσεις». [σημ. 187].

Αν, λοιπόν, θέλουμε να αποφύγουμε να συγχέουμε, όπως το κάνει εδώ ο Νίτσε, όσους υπερασπίζονται πργγματικά την υπόθεση του Λαού με τους αναρίθμητους Richard Durn [σημ. 188] που αποτελούν την νακρισσιστική και απελπισμένη πλαστογράφησή της (η στρατευμένη Αριστερά, όμως, έχει καταφανώς το χάρισμα να τους έλκει σε βιομηχανική ποσότητα), είναι φιλοσοφικά απαραίτητο να διακρίνουμε την αληθινή εξέγερση -η οποία προϋποθέτει πάντοτε την προκαταβολική προσχώρηση στις θετικές αξίες της common decency- από τις ‹ρέμπελες», αλαζονικές και υπεροπτικές πόζες της, των οποίων το ψυχολογικό βάθος είναι πάντοτε η θλίψη, η ζήλεια ή το οιδιπόδειο μίσος του εαυτού.

 

σημ. 187: Φ. Νίτσε, Το Λυκόφως των Ειδώλων: Ή πώς φιλοσοφεί κανείς με το σφυρί, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2008 (Σ.τ.Ε.).

 

σημ. 188. Ο Richard Durn είναι ο δράστης του μακελειού που έλαβε χώρα στις 27 Μαρτίου 2002 στη διάρκεια ενός δημοτικού συμβουλίου στο Δημαρχείο της Ναντέρ. Αυτή η πράξη τρέλας κόστισε τη ζωή σε 9 εκλεγμένους δημοτικούς συμβούλους και άφησε άλλους 14 τραυματίες. Ο ίδιος αυτοκτόνησε την επομένη πηδώντας στον φωταγωγό του κτηρίου της Δικαστικής Αστυνομίας του Παρισιού, στις όχθες του Σηκουάνα, όπου ανακρινόταν. Ο Ρισάρ Ντυρν, αφού είχε εργαστεί σε ανθρωπιστικές οργανώσεις και είχε συμμετάσχει σε αντιπαγκοσμιοποιητικές διαδηλώσεις, ήταν, από τα τέλη του 2001, ταμίας της Λίγκας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της Ναντέρ [Σημείωση του Γάλλου εκδότη]. [Να θυμίσουμε ότι ο Ρισάρ Ντυρν ήταν 33 ετών και πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών και Ιστορικών σπουδών. (Σ.τ.Ε.))]

Ευτυχώς, να λέω…

Ευτυχώς!

Γιατί αν με διάβαζα τόσο προσεκτικά όσο προσεκτικά με διάβαζαν διάφοροι, ούτε εγώ θα μου ‘λεγα σήμερα «καλημέρα», όπως δεν μου λένε κι αυτοί…

Ευτυχώς! Το λέω!

Καλημέρες! 😀

 

eytychos

Κάτι παλιά – δικά μου… 🙂

 

«Αν είναι να μείνωμε ημείς νηστικοί, ας πάη στο διάβολο η ελευθερία. Έφαγαν αυτοί, ας φάμε και εμείς τώρα.»

Αυτά «διαβάζαμε» στις 25 Αυγούστου 2009…

Η Ελλάδα ως κράτος υπήρξε εξ αρχής ο Λίβανος των Βαλκανίων. Ένα κράτος δηλαδή ιστορικής σκοτοδίνης, χωρίς κανέναν φορέα εθνικής υπάρξεως (τα ιστορικά αίτια τα εξετάσαμε αλλού: βλ. το βιβλίο μας «Επί της Δομής του νεοελ. Κράτους», β’ έκδ. 1990). Μια απλή ματιά στα κατά καιρούς ελληνικά Συντάγματα είναι ικανή, για να δείξη την έλλειψη θεμελίων εξ αρχής αυτού του Κράτους.

Το πρώτο Σύνταγμα της Επιδαύρου, το πρώτο πράγμα που ορίζει (§ α’) σαν φορέα του Κράτους είναι η θρησκεία. Αναγκαστικά δηλαδή μια και αυτοί που επαναστάτησαν κατά των Τούρκων έπρεπε να έχουν κάτι που να τους ξεχωρίζη. Αλλά τότε θρησκείες υπήρχαν πολλές και αμέσως η ίδια παράγραφος, για να αποφύγη τον εμφύλιο πόλεμο που ήταν ήδη μια πραγματικότης, ορίζει στην δεύτερη φράση, ότι «η Διοίκησις ανέχεται και πάσαν άλλην θρησκείαν».

Το νέο κράτος έπρεπε να το λένε βέβαια «Ελλάδα», δεν υπήρχε όμως κανένα χαρακτηριστικό των «Ελλήνων», αφού η σύνθεση του πληθυσμού ήταν Αρβανίτες, Τούρκοι, Έλληνες, Βλάχοι, Σλάβοι, Πομάκοι, Γύφτοι κ.λπ. Αμέσως λοιπόν το ίδιο Σύνταγμα στην § β΄δίνει και το ορισμό του «Έλληνος»: «όσοι αυτόχθονες πιστεύουσιν εις Χριστόν». Ποιος όμως είδε ποτέ την πίστη και ποιος την μέτρησε; Ήταν αυτό κριτήριο εθνικής υπάρξεως, ύστερα από τεσσάρων αιώνων συμβίωση με μια συγγενή θρησκεία, την οποίαν είχε αποδεχθή το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της δυτικής Ελλάδος; Και σε ποιον Χριστό, τον ορθόδοξο ή τον καθολικό; Άρα λοιπόν δεν υπήρχε θέμελο στηρίξεως αυτού του κράτους και αποφυγής του εμφυλίου πολέμου (ο οποίος εκράτησε τότε δέκα ολόκληρα χρόνια και εσταμάτησε με πρωτοβουλίες των ευρωπαϊκών δυνάμεων). Μεγάλη σημασία έχει το «αυτόχθονες» της παραπάνω παραγράφου, που φανερώνει επίγνωση της «λιβανοειδούς» μορφής της Ελλάδος σε όσους συνέταξαν το Σύνταγμα.

Όντως στο «Σύνταγμα του Άστρους«, που είναι ταυτόχρονο με το άλλο, ορίζεται στην § ιβ’: «Η Διοίκησις πολιτογραφεί αλλοεθνείς υπό τον όρον να αποκτήσωσιν εντός πενταετούς διαστήματος ακίνητα κτήματα εν τη Επικρατεία». Δηλαδή, στην συνείδηση αυτών που απέκτησαν την «Επικράτεια», αυτή ήταν ένας χώρος για ξεπούλημα και άρχισαν να καλούν για «επενδύσεις», όπως θα λέγαμε στην σημερινή διάλεκτο, δηλαδή για λεφτά. Το «αλλοεθνείς», δεν σημαίνει βέβαια τους εκτός της Επικρατείας «αλύτρωτους» πειναλέους, αλλά πάντα τους «εις Χριστόν πιστεύοντας» που μπορούσαν να έχουν λεφτά, ανεξαρτήτως εθνικότητος. Κατά τον τρόπον αυτόν και ένας συγγενής του Σουλτάνου που ήταν πρόθυμος να δηλώση «εις Χριστόν πιστεύων», μπορούσε να έρθη στην «Επικράτεια» και να επενδύση.

Φυσικά οι πρώτοι μεταξύ των αλλοεθνών που θα έβλεπαν την επιχείρηση με ενδιαφέρον, πλην βεβαίως των ανά την οθωμανικήν αυτοκρατορία και εκτός αυτής ελληνοφώνων «εις Χριστόν πιστευόντων», θα ήσαν και οι Άγγλοι, και αυτοί «εις Χριστόν πιστεύοντες», οι οποίοι, αφού ήσαν οι πλουσιώτεροι και εμπορικώτεροι, κατά απολύτως νόμιμον και φυσικόν τρόπο θα απέβαιναν και οι σπουδαιότεροι κεφαλαιούχοι της «βιομηχανίας». Συνταγματικώς δεν υπήρχε κώλυμα για κανέναν. Αλλά βέβαια, αυτός που επενδύει τα λεφτά του, είναι φυσικό να έχη και την μέριμνα να μην τα χάση. Είναι δηλαδή φυσικό να απαιτή να υπάρχουν κάποιοι νόμοι που να του κατοχυρώνουν τα κεφάλαια, ή, επειδή τότε ο ελληνικός Λίβανος ήταν αμπέλι ξέφραγο (αυτό άλλωστε το ανεγνώριζαν και τα ίδια τα Συντάγματα τότε δια του όρου «Χέρσος Ελλάς»), να συμμετέχη στην διοίκηση, για να μπορή να ελέγχη τον κόπο και την περιουσία του. Αν βεβαίως προϋπάρχουν οι νόμοι, ο καθένας που θα επενδύση σκέφτεται τα υπέρ και τα κατά και αναλόγως ενεργεί. Όταν όμως ένα πράγμα βγαίνη στο σφυρί, και μάλιστα επισήμως δια «Συντάγματος» ως χέρσος τρόπος, άλλος τρόπος δεν υπάρχει εκτός από τον έλεγχο της διοίκησης.

Αυτό εδημιούργησε τότε ένα πρόβλημα. Οι μεν ελληνόφωνες επενδυτές του εξωτερικού (οι «ετερόχθονες») ανέλαβαν και τα διοικητικά πόστα (άλλωστε αυτοί ήταν και οι μορφωμένοι του καιρού), οι «αυτόχθονες» όμως ήθελαν μεν τα λεφτά των άλλων, αλλά να τα διοικούν αυτοί. Ουδέν βέβαια το λογικώς αντιφατικόν σε μια επιχείρηση Λιβάνου σαν αυτή της τότε Ελλάδος, μόνο που τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να συμβαδίσουν με τις προθέσεις.

Εδημιουργήθη λοιπόν έκτοτε ένας διοικητικός και κοινωνικός εμφύλιος πόλεμος που διαρκεί ακόμη ώς τα σήμερα, περί του ποιος θα πρωτοφάη τι, ακολουθώντας το σχήμα μιας μαθηματικής καμπύλης με «μάξιμα» και «μίνιμα». Ένα από τα σπουδαιότερα «μάξιμα» αυτού του διαρκούς πολέμου ήταν η σχετική συζήτηση στην «Βουλή» κατά τις αρχές Γενάρη του 1844, όπου αφού απερρίφθη η αίτηση του νομού Λακωνίας για φορολογική ασυδοσία (διότι κατά τον «αιτιολογικόν» αυτή είχε κατοχυρωθή δι’ ειδικού διατάγματος μεταξύ Λακώνων και Σουλτάνου…), εσυζητήθη εν συνεχεία το θέμα του… κορβανά. Υπέρ της εκδιώξεως όλων των μορφωμένων και ικανών από τις δημόσιες θέσεις υπήρξαν, με εισήγηση του Ρήγα Παλαμήδη και του Μακρυγιάννη, οι Πλαπούτας, Δεληγιάννης, Γρίβας, Κορφιωτάκης κ.ά. Κατά του μέτρου αυτού διετέθη η πλειοψηφία της τότε Βουλής και οι «αριστείς» αυτής, Πετσάλης, Περαιβός, Σίμος, Ζωγράφος, Βελέντζας, Αξελός, Ρέντης, ακολουθούμενοι από το «βαρύ πυροβολικόν της Συνελεύσεως», τους αντιπροέδρους Κωλέττη και Μαυροκορδάτο και τον ίδιο τον πρωθυπουργό Μεταξά.

Ο Παλαμήδης μεταξύ άλλων υποστήριξε «πεισμόνως» στον λόγο του το εξής (όπως θα ιδή ο αναγνώστης πρόκειται για αυτό τούτο το «ψητό», να βάλουν δηλ. στο χέρι τις ξένες επενδύσεις):

«Ημείς δεν στερούμε τους ετερόχθονας παρά την ενέργειαν της εξουσίας… Ας επιχειρήσωσι ιδιωτικά έργα, ας καλλιεργήσωσι γαίας, ας μετέλθωσι εμπόριον και βιομηχανίας, εις τα Υπουργήματα όμως δεν τους δεχόμεθα… Ας τραβηχθούν δι’ ολίγα χρόνια να κανονίσωμεν ημείς μόνοι την υπηρεσίαν μας. Πρόκειται ΝΑ ΡΙΨΩΜΕΝ ΒΑΛΣΑΜΟΝ εις τας πληγάς μας και όχι τρεμεντίνα«.

Και ο Μακρυγιάννης με την σειρά του, οπλοφορών και συγγραφεύς – δηλαδή έχων την αφαιρετικήν δύναμη του λόγου και εξησκημένος με την ακρίβειαν των στόχων-, συνοψίζει το όλον κατηγορηματικώτατα:

«Αν είναι να μείνωμε ΗΜΕΙΣ νηστικοί, ας πάη στο διάβολο η ελευθερία. Έφαγαν αυτοί, ας φάμε και ΕΜΕΙΣ τώρα.»

(Βλ. Κων. Μ. Γράψα, Διευθυντού της ελλ. Βουλής: «Ελληνική πολιτική εγκυκλοπαίδεια», τευχ. Α’ (Η πρώτη εθνική Συνέλευσης 1843-1844), Αθήναι 1947, σελ. 21).

Να λοιπόν ότι στην Ελλάδα δεν χρειαζόμαστε «εξεταστικές επιτροπές» για τίποτε. Τα πάντα είναι αρχήθεν δεδομένα… Οι «πληγές» του Παλαμήδη δεν είχαν κλείσει είκοσι τρία χρόνια μετά την επανάσταση, και όπως φαίνεται στην Ελλάδα δεν κλείνουν ποτέ ανάλογες «πληγές»… Και για τον «ήρωα» Μακρυγιάννη, «ας πάη στο διάβολο η ελευθερία» – δηλ. και η Ακρόπολη και τα αρχαία και τα πάντα, αν πρόκειται να μην φάγωμεν ημείς…

Να το τόσο μίσος για τους «φραγκολεβαντίνους», με τις ρεντικότες, που μας «εμόλυναν τον πολιτισμό» της πανδαισίας… Αλλά και αν υποθέσωμε πως έτρωγαν, τι μπορούσαν να φάνε σε δέκα χρόνια από την άφιξη του Όθωνα και σ’ ένα κράτος ρημαγμένο από τον εμφύλιο, χωρίς φράγκο στα ταμεία, χωρίς δάνεια και… «αμερικανικές βάσεις» (το αγγλικό είχε μισοναυαγήσει καθ’ οδόν), χωρίς μόρφωση και παραγωγή, χωρίς τίποτε;

Ο Όθωνας ήθελε κράτος και το κράτος χρειάζεται έναν ωρισμένο βαθμό γραφειοκρατίας. Ώφειλαν οι Βαυαροί να δημιουργήσουν «κίνητρα», προκειμένου να έρθη κόσμος για να φκιάξουν διοικητικά αυτό το κράτος, να «φάνε» όμως μόνο εν μέτρω θα τα κατάφερναν οι «ετερόχθονες», διότι οι Βαυαροί έδειξαν πως εννοούσαν όντως να φκιάσουν κράτος. Και αν συνεπώς ακόμη «έτρωγαν», τα δικά τους έτρωγαν, ή εν πάση περιπτώσει κάτι που δεν το στερούσαν από άλλους. Αλλά ο Μακρυγιάννης εμυριζόταν τον αέρα: έβλεπε τις «ενέσεις» των Βαυαρών, διέκρινε το «επενδυτικό ενδιαφέρον», έστω και μικρό των φιλελλήνων, άκουγε για τις προθέσεις των «εθνικών ευεργετών». Αλλά όλα αυτά του ήταν βάσανο ανυπόφορο! Δεν «έτρωγαν», «θα έτρωγαν» ίσως – κι αυτή η ιδέα του Μακρυγιάννη τού κοψοχόλιαζε τα σωθικά σαν τον φόβο μικρού παιδιού… «Δι’ ολίγα χρόνια» μόνο, λέει ο Παλαμήδης. Αυτό και μόνον δείχνει καλά την ιδέα περί Κράτους των τότε «αυτοχθόνων»…

Εν τω μεταξύ, στην ίδια Συνέλευση κατά την συνεδρία της 20/1/44 απεδείχθη ότι όλοι αυτοί οι… βαλσαμοζήτες ήσαν φοροφυγάδες ολκής, δεν είχαν πληρώσει ποτέ φόρο στο Δημόσιο και κατά πρόταση του πληρεξουσίου Ερμουπόλεως Περίδη απαιτήθηκε να μην καταλαμβάνουν δημόσιες θέσεις. Εξ αυτού του λόγου μάλιστα τότε εξεδόθησαν και οι «νόμοι του Σόλωνος» στην Σύρο – μήπως και «διδαχθούν» οι τότε λυμεώνες του δημ. προϋπολογισμού δηλαδή απ’ τους «αρχαίους προγόνους»!!! (Το βιβλίο αυτό εξεδόθη τω 1844 στην Ερμούπολη από τον Ν. Παπαδούκα, ο οποίος τέσσερα χρόνια αργότερα θα προβή και [σε] σχολιασμό του Συντάγματος του 1844. Το βιβλίο αυτό επανεξεδόθη προσφάτως.

Πρέπει να σημειωθή, ότι η Σύρος, η οποία ετήρησε ουδέτερη στάση στην Επανάσταση του ’21, ανεμιγνύετο εν συνεχεία στις καταστάσεις του τότε κράτους με την συνείδηση αυτονόμου περιοχής, πράγμα που εξηγεί και την εξόχως κριτική της στάση – της περιπτώσεως του Ροΐδη συμπεριλαμβανομένης). Φυσικά η πρόταση κατεψηφίσθη… Άλλοθι των «αυτοχθόνων» ήταν, ότι πολλοί πολεμιστές του ’21 περιέπεσαν εν συνεχεία σε φτώχεια. Ο βαθύτερος λόγος όμως δεν είναι ότι τους εγκατέλειψε το Κράτος, παρ’ όλον που ήταν φυσικό σε μια κατεστραμμένη χώρα από μακροχρόνιους εμφυλίους πολέμους να υπάρχουν πολλοί φτωχοί. Η σαδιστική εγκατάλειψη του επικρατήσαντος κράτους σε μερικούς αγωνιστές οφείλεται κατά κύριον λόγο στην εκβαρβάρωση των τότε ηθών λόγω της θρησκευτικής εγκαταλείψεως των κατοίκων του ελλαδικού χώρου ανά τους προηγούμενους αιώνες. Απεδείξαμε τα αίτια των εμφυλίων πολέμων (βλ. προμνημονευθέν βιβλίο μας). Οι επικρατήσαντες Χριστιανοί, καθότι και μειονότης, εφέρθηκαν με απέραντον σκληρότητα ως κράτος προς τους πρώην μωαμεθανούς συναγωνιστές των στον αγώνα, που ήταν και η πλειονότης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της γυναικός του Ο. Ανδρούτσου (Ελένης, γνωστής ως «Οδυσσέαινας», το γένος Καρέλη), η οποία ανετράφη στην αυλή του Αλή Πασά και παντρεύτηκε τον Οδυσσέα εκεί. Όλη της την ζωή έκανε δίκες για τους αρπαγέντες θησαυρούς του άνδρα της (βλέπομε κι εδώ πάλι «θησαυροί»…), τους οποίους φυσικά ουδέποτε πήρε, όταν δε έχασε και τον γυιό της σε ηλικία δώδεκα ετών στο Μόναχο, όπου τον είχαν πάρει για δωρεάν σπουδές, αφέθηκε στην εγκατάλειψη και πέθανε φτωχή και λησμονημένη. Ο Οδυσσέας όμως ήταν μωαμεθανός Έλληνας. Η μάνα του ήταν μπέησσα, όπως αναφέρεται και στον ανδριάντα του στην πλατεία της Πρεβέζης… Η «προδοσία» του υπήρχε μόνο στην φαντασία των εχθρών του και η φρίκη του θανάτου του στον θρησκευτικό βαρβαρισμό τους… Το ίδιο συνέβηκε και για πολλούς άλλους αγωνιστές, όταν επεκράτησε το χριστιανικό κράτος. Όχι ο Όθωνας και η βασιλεία ή η Διοίκηση με τους «ετερόχθονες»· ο «χριστιανισμός» ετιμώρησε πολλούς αγωνιστές του ’21…

Αυτές όμως οι λεπτομέρειες στα χέρια του Μακρυγιάννη ήσαν μαντηλάκια στα χέρια θαυματοποιού… Μαζί με τον Παλαμήδη, καίτοι μειοψηφία στην Συνέλευση, τα κατάφεραν. Όντως απεκλείσθησαν από τις δημόσιες θέσεις όλοι οι ικανοί και μορφωμένοι, ειδικά οι πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών δι’ ιδιαιτέρας συνεδρίας της 19/1/44, και οι οπωσδήποτε έχοντες σχέση με Γράμματα και Τέχνες. Από εδώ και πέρα ο δρομοδείκτης της Ελλάδας θα ήταν σαφής: οι πολλοί θα επιχειρούσαν τα «ιδιωτικά έργα» και κάποιοι στα «Υπουργήματα» θα «εκανόνιζαν» τα… βάλσαμα. Γιατί θα έπρεπε οι ξένοι να ενδιαφερθούν περί του αντιθέτου, όταν οι ιθαγενείς με όλα τα παράσημά τους ήθελαν την Ελλάδα σώνει και καλά Λίβανο; Κι ωστόσο ο Όθων πολύ ενδιαφέρθηκε…

Γεράσιμος Κακλαμάνης, Η Ελλάς ως Κράτος Δικαίου, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1990, σελ. 90-94 (διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου, όχι όμως και το πολυτονικό. Οι ΥΠΟΓΡΑΜΜΙΣΕΙΣ του συγγραφέα, μια μικρή προσθήκη σε αγκύλες [ ] δική μου, τα έντονα, η παραγραφοποίηση όπως και όλα τα λινκάκια δικά μου).

Κατηγορίες:Uncategorized

Φασισμός – Αντιφασισμός

Ένα ποστάκι που αλίευσα εδώ γύρω…

Αναρτημένο στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Παντελώς ανεπίκαιρο, δηλαδής 🙂


 

Ο Gilles Dauvé [1947, που χρησιμοποιούσε παλιότερα και το ψευδώνυμο Jean Barrot] είναι Γάλλος κομμουνιστής. Όχι από τους λενινιστές/τροτσκιστές/σταλινικούς/μαοϊκούς, αλλά απ’ τους… άλλους. Ακολουθούν αποσπάσματα από δύο βιβλία του που έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά, σχετικά με το ζήτημα του φασισμού και του αντιφασισμού. Ως τροφή για -ανεπίκαιρες- σκέψεις… [Οι υπογραμμίσεις και η «παραγραφοποίηση» δικές μου.]

dauve.jpg

Ζιλ Ντωβέ
Έκλειψη και Επανεμφάνιση του Κομμουνιστικού Κινήματος

εκδ. Κόκκινο Νήμα, 2002. [Το βιβλίο υπάρχει ολόκληρο στο διαδίκτυο, στον ιστότοπο του Κόκκινου Νήματος.]

«Αντίθετα με την Κομμουνιστική Διεθνή, ο Μπορντίγκα [Amadeo Bordiga] υιοθέτησε μια ξεκάθαρη άποψη για το φασισμό. Θεώρησε το φασισμό ως μια ακόμη μορφή αστικής κυριαρχίας, όπως η δημοκρατία, αλλά πίστευε ότι δεν μπορεί κανείς να επιλέγει μεταξύ των δύο.

Αυτό το ζήτημα είναι συχνά αντικείμενο διαμάχης. Η θέση της ιταλικής αριστεράς συνήθως διαστρεβλώνεται. Οι ιστορικοί συχνά θεώρησαν τον Μπορντίγκα υπεύθυνο για την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία. Κατηγορήθηκε επίσης ότι αδιαφόρησε για τα δεινά που προκάλεσε στους ανθρώπους ο φασισμός.

Από την οπτική της επανάστασης, ο Μπορντίγκα δε θεωρούσε ότι ο φασισμός είναι χειρότερος από τη δημοκρατία ούτε ότι η δημοκρατία δημιουργεί καλύτερες συνθήκες για την προλεταριακή ταξική πάλη. Ακόμη και αν η δημοκρατία θεωρείτο μικρότερο κακό από το φασισμό, θα ήταν ηλίθιο και ανώφελο να την υποστηρίζει κανείς για ν’ αποφύγει το φασισμό: η ιταλική (και αργότερα, η γερμανική) εμπειρία έδειξε ότι η δημοκρατία όχι μόνο είχε σταθεί ανίσχυρη μπροστά στο φασισμό, αλλά ότι τον είχε καλέσει για να τη σώσει. Φοβούμενη το προλεταριάτο, η δημοκρατία στην πραγματικότητα γέννησε το φασισμό.

Η μόνη εναλλακτική λύση στο φασισμό ήταν επομένως η δικτατορία του προλεταριάτου. Άλλο ένα επιχείρημα προβλήθηκε αργότερα από την αριστερά –π.χ. τους Τροτσκιστές- για την υποστήριξη της αντιφασιστικής τακτικής. Το κεφάλαιο χρειάζεται το φασισμό: δεν μπορεί πια να είναι δημοκρατικό. Επομένως, αν αγωνιστούμε για τη δημοκρατία, αγωνιζόμαστε στην πραγματικότητα για το σοσιαλισμό. Έτσι δικαιολόγησαν τη στάση τους πολλοί αριστεροί στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου.

Αλλά όπως η δημοκρατία γεννά το φασισμό, έτσι και ο φασισμός γεννά τη δημοκρατία. Η ιστορία έδειξε ότι αυτό που ο Μπορντίγκα ισχυρίσθηκε θεωρητικά έγινε πράξη: ο καπιταλισμός αντικαθιστά το ένα με το άλλο΄ η δημοκρατία και ο φασισμός διαδέχονται το ένα τ’ άλλο. Μετά το 1945, δημοκρατία και φασισμός συχνά συνδυάζονται, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό.» («Σημείωση για τον Πάνεκουκ και τον Μπορντίγκα» [σελ. 88]. Το κείμενο αυτό γράφτηκε το 1973 και ξαναδουλεύτηκε το 1997.)

barrot.jpg

Ζαν Μπαρώ
Φασισμός Αντιφασισμός: Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος

μετ. Νίκος Β. Αλεξίου, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2002.

«Ο φασισμός μπορεί να ερμηνευθεί μόνο αν εξετάσουμε την προηγούμενη περίοδο: την συντριβή του επαναστατικού κύματος του 1917-21 από τη σοσιαλδημοκρατία (Ρωσία, Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία, Βουλγαρία κ.λπ.). Η σοσιαλδημοκρατία κυρίως είναι εκείνη που αφοπλίζει ιδεολογικά και πρακτικά το προλεταριάτο και καταστέλλει στρατιωτικά τις εξεγέρσεις του.

Στην Γερμανία, τα τάγματα εθελοντών [Freicorps], υπό την καθοδήγηση του σοσιαλιστή Νόσκε, θα αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος της εκστρατείας αποκατάστασης της τάξης. Ο φασισμός, όπως και ο μεγάλος του αδελφός ο σταλινισμός, δεν ολοκλήρωσε το έργο της αντεπανάστασης «παρά μόνο» αποτελειώνοντας ένα ηττημένο προλεταριάτο!

Η λεγόμενη δικτατορία έρχεται πάντα μετά την συντριβή των προλετάριων από την δημοκρατία με τα συνδικάτα και την Αριστερά της.

Ο αντιφασισμός αποκρύπτει αυτήν την θεμελιώδη πραγματικότητα ταυτίζοντας τον φασισμό με τις «δυνάμεις του κακού» και υποβαθμίζοντάς τον σε μία παράλογη, α-ιστορική, προερχόμενη από το πουθενά «αντίδραση»! Η αξιοπιστία του φασισμού κατά την δεκαετία του 1930, θα μπορούσε να εξηγηθεί από το γεγονός ότι εν μέρει υλοποίησε το πρόγραμμα της σοσιαλδημοκρατίας: «βελτίωση» του «βιοτικού επιπέδου», σημαντικά δημόσια έργα, απορρόφηση της ανεργίας, κ.λπ.» [σελ. 8-9]

Η λεγόμενη δικτατορία έρχεται πάντα μετά την συντριβή των προλετάριων από την δημοκρατία με τα συνδικάτα και την Αριστερά της..

Όμως, κάθε πόλεμος χρειάζεται αναγκαστικά μια δικαιολογία προκειμένου να στρατολογήσει τους προλετάριους υπό τα λάβαρά του. Ο αγώνας κατά του φασισμού επέτρεψε τη δικαιολόγηση της σφαγής άνω των 50.000.000 προλετάριων, μέσω της προώθησης της πάλης εναντίον του «ολοκληρωτισμού»!

Βεβαίως, ακόμη και βάσει μιας ειρηνιστικής και αστικής ανθρωπιστικής ανάλυσης, τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου δεν ήταν η μοναδική «φρίκη» του πολέμου, βλέπε, παραδείγματος χάριν, τις ατομικές βόμβες στην Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, τους δολοφονικούς και μαζικούς βομβαρδισμούς των μεγάλων γερμανικών πόλεων, τις σφαγές στο Σετίφ της Αλγερίας από τον γαλλικό στρατό τον Μάιο του 1945, την ίδια την ημέρα της «Απελευθέρωσης», κ.λπ.» [σελ. 10]

«Ο θρίαμβος του κεφαλαίου ποτέ δεν είναι τόσο ολοκληρωτικός όσο όταν οι εργάτες κινητοποιούνται υπέρ του, πιστεύοντας ότι αυτό θα μπορούσε να «αλλάξει τη ζωή». Ο διαχωρισμός ανάμεσα στην «δικτατορία» και την «δημοκρατία», αφορά μάλλον δύο τρόπους επιτήρησης του προλεταριάτου, είτε ενσωματώνοντάς το δια της βίας, είτε συνενώνοντάς το με την μεσολάβηση των οργανώσεών «του»: συνδικάτα, κόμματα, ενώσεις κ.ά. Ο συνακόλουθος αντιφασισμός συνίσταται στην ενίσχυση του Κράτους, το οποίο εμφανίζεται πάντοτε ως «δημοκρατικό», «νόμιμο»… ενώ με το σύνθημα «αφήστε τους ανθρώπους να συμμετάσχουν», προσδένει το προλεταριάτο στο Κράτος!» [σελ. 11]

«Για την αστική και την μικροαστική τάξη, ο φασισμός είναι ένα ανώμαλο φαινόμενο, μία έκπτωση των δημοκρατικών αξιών, εξηγήσιμη μόνο δια της προσφυγής σε ψυχολογικές ερμηνείες. Ο φιλελεύθερος αντιφασισμός αντιμετώπισε τον φασισμό ως μία διαστροφή του Δυτικού πολιτισμού, παράγοντας έτσι ένα αντίστοιχο αποτέλεσμα: την σαδομαζοχιστική σαγήνευση από τον φασισμό όπως εκδηλώνεται με τη συλλογή ναζιστικών κειμηλίων.» [σελ. 15]

«[…] ο φασισμός υπήρξε το προϊόν μιας διπλής αποτυχίας: της ήττας των επαναστατών οι οποίοι συνετρίβησαν από τους σοσιαλδημοκράτες και τους φιλελεύθερους συμμάχους τους, την οποία ακολούθησε η αποτυχία των φιλελεύθερων και των σοσιαλδημοκρατών να διαχειρισθούν αποτελεσματικά το κεφάλαιο. Εάν δεν μελετήσουμε τους ταξικούς αγώνες της προγενέστερης περιόδου και τους περιορισμούς τους, η φύση του φασισμού και η άνοδός του στην εξουσία θα παραμείνουν ακατανόητες. Οι μεν δεν μπορούν να γίνουν κατανοητοί χωρίς τους δε. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Γκερέν σφάλλει όχι μόνο ως προς την σημασία του φασισμού, αλλά και ως προς το Γαλλικό Λαϊκό Μέτωπο, το οποίο θεωρεί «χαμένη επανάσταση».» [σελ. 17]

«Μετά τον φασισμό κατά την περίοδο του πολέμου, ο όρος φασισμός παρέμεινε στην μόδα. Ποια πολιτική ομάδα δεν κατηγόρησε τους αντιπάλους της ότι χρησιμοποιούν «φασιστικές μεθόδους»; Η Αριστερά ποτέ δεν σταμάτησε να καταγγέλλει την αναβίωση του φασισμού, η Δεξιά δεν παραλείπει να χαρακτηρίζει το PCF [σ.σ. Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας] «φασιστικό κόμμα».

Σημαίνοντας τα πάντα και τίποτε, η λέξη αυτή έχει χάσει το νόημά της, αφού η διεθνής φιλελεύθερη κοινή γνώμη χαρακτηρίζει «φασιστικό» κάθε ισχυρό Κράτος. Έτσι, οι αυταπάτες των φασιστών της δεκαετίας του 1930, αναβιώνουν και παρουσιάζονται ως σύγχρονη πραγματικότητα. Ο Φράνκο υποστήριζε ότι ήταν φασίστας όπως οι μέντορές του Χίτλερ και Μουσολίνι, όμως δεν υπήρξε ποτέ μια φασιστική Διεθνής.

Αν σήμερα οι Έλληνες συνταγματάρχες και οι Χιλιανοί στρατηγοί αποκαλούνται φασίστες από την κυρίαρχη ιδεολογία, δεν αντιπροσωπεύουν παρά παραλλαγές του καπιταλιστικού Κράτους. Το να κολλάμε στο Κράτος την ταμπέλα «φασιστικό», ισοδυναμεί με το να καταδικάζουμε τα κόμματα που βρίσκονται επικεφαλής του Κράτους αυτού. Έτσι, αποφεύγει κανείς την κριτική του Κράτους, καταδικάζοντας αυτούς που το διευθύνουν…» [σελ. 22-23]

«Ωστόσο, ηττημένη και από την μία [σ.σ. την δημοκρατία] και από τον άλλον [σ.σ. τον φασισμό], η επανάσταση [σ.σ. η Ισπανική Επανάσταση του 1936] ήταν καταδικασμένη διότι, τόσο η δημοκρατία όσο και ο φασισμός ήταν δυνητικές μορφές του νόμιμου καπιταλιστικού Κράτους. Ανεξαρτήτως του ποιος θα θριάμβευε, το μόνο σίγουρο ήταν ότι, όπως πάντα, οι προλετάριοι θα συντρίβονταν ανελέητα από το καπιταλιστικό Κράτος…» [σελ. 75]

* * *

Διαβάστε επίσης:

Ζιλ Ντωβέ: Ερωτο/απαντήσεις για τον αντι-φασισμό

Εικονομία: Μύθος 3 – “Αντιφασισμός”

Κατηγορίες:Uncategorized