Αρχείο

Posts Tagged ‘Μισεά’

Ζ.-Κ. Μισεά: μια καταφανώς επίκαιρη σημείωση.

Αντιγράφω το μεγαλύτερο μέρος της σημείωσης [Δ], σελ. 170-171, από το βιβλίο του ΖανΚλωντ Μισεά, Η Αυτοκρατορία του Μικρότερου Κακού – Δοκίμιο για τον Φιλελεύθερο Πολιτισμό, μετ. Άγγελος Ελεφάντης, επιμ. Αναστασία Μυλωνοπούλου, Πόλις, Αθήνα 2008.

[Η παραγραφοποίηση (για λόγους διαδικτυακής… «οικονομίας] και οι υπογραμμίσεις με έντονα δικά μου, οι υπογραμμίσεις με πλάγια του συγγραφέα. Για την common decency περισσότερα στην παραπομπή του πρώτου σχολίου.]

 

michea-ex-el

 

Από τη στιγμή που ο σοσιαλιστικός αγώνας πρέπει να στηριχθεί στην common decency ‹των απλών ανθρώπων», προϋποθέτει, όπως ο Καμύ το έχει υπογραμμίσει, αυτή την ικανοτητα αγάπης για τη ζωή (άρα, την αντίστοιχη ψυχική ωριμότητα) χωρίς την οποία καμιά πραγματικά μεγαλόψυχη πράξη δεν είναι δυνατή.

Μόλις λείψει αυτή η ψυχολογική και ηθική βάση, «οι εξεγέρσεις» ενάντια στην καθεστηκυία τάξη -όποια κι αν είναι η φαινομενική τους «ριζοσπαστικότητα» δεν μπορούν να αντλήσουν τα κίνητρά τους παρά στη λύσσα, το μίσος, τον φθόνο και τη μνησικακία (και άρα, στις πιο παιδικές μορφές της επιθυμίας της εξουσίας).

Είναι δύσκολο, επομένως, ν’ αποφύγει κανείς τις ωμές κριτικές που απηύθυνε ο Νίτσε προς τον «αναρχικό» που «διεκδικεί μέσα σε μια ωραία απαξίωση «το δικαίωμα», «τη δικαιοσύνη», τα «ίσα δικαιώματα» […] Αυτή η «ωραία απαξίωση» -γράφει ο Νίτσε του κάνει ήδη καλό κι από μόνη της, και για έναν φτωχοδιάβολο είναι αληθινή ευχαρίστηση να μπορεί να βρίζει. Βρίσκει στη βρισιά μια μικρή μέθη ισχύος. Ήδη το παράπονο, και μόνο το γεγονός να εκφράσει κανείς το παράπονό του, μπορεί να δώσει στη ζωή ένα δέλεαρ που να την κάνει υποφερτή· σε κάθε παράπονο υπάρχει μια εκλεπτυσμένη δόση εκδίκησης· καταλογίζει κανείς στους άλλους, που ζουν σε διαφορετικές συνθήκες ζωής, τη δική του δυσφορία σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα και την ποταπότητά του, σαν μια αδικία, σαν ένα προνόμιο ανισότητας. «Αφού είμαι κάθαρμα πρέπει και συ να είσαι κάθαρμα»· μ΄αυτή τη λογική γίνονται οι επαναστάσεις». [σημ. 187].

Αν, λοιπόν, θέλουμε να αποφύγουμε να συγχέουμε, όπως το κάνει εδώ ο Νίτσε, όσους υπερασπίζονται πργγματικά την υπόθεση του Λαού με τους αναρίθμητους Richard Durn [σημ. 188] που αποτελούν την νακρισσιστική και απελπισμένη πλαστογράφησή της (η στρατευμένη Αριστερά, όμως, έχει καταφανώς το χάρισμα να τους έλκει σε βιομηχανική ποσότητα), είναι φιλοσοφικά απαραίτητο να διακρίνουμε την αληθινή εξέγερση -η οποία προϋποθέτει πάντοτε την προκαταβολική προσχώρηση στις θετικές αξίες της common decency- από τις ‹ρέμπελες», αλαζονικές και υπεροπτικές πόζες της, των οποίων το ψυχολογικό βάθος είναι πάντοτε η θλίψη, η ζήλεια ή το οιδιπόδειο μίσος του εαυτού.

 

σημ. 187: Φ. Νίτσε, Το Λυκόφως των Ειδώλων: Ή πώς φιλοσοφεί κανείς με το σφυρί, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2008 (Σ.τ.Ε.).

 

σημ. 188. Ο Richard Durn είναι ο δράστης του μακελειού που έλαβε χώρα στις 27 Μαρτίου 2002 στη διάρκεια ενός δημοτικού συμβουλίου στο Δημαρχείο της Ναντέρ. Αυτή η πράξη τρέλας κόστισε τη ζωή σε 9 εκλεγμένους δημοτικούς συμβούλους και άφησε άλλους 14 τραυματίες. Ο ίδιος αυτοκτόνησε την επομένη πηδώντας στον φωταγωγό του κτηρίου της Δικαστικής Αστυνομίας του Παρισιού, στις όχθες του Σηκουάνα, όπου ανακρινόταν. Ο Ρισάρ Ντυρν, αφού είχε εργαστεί σε ανθρωπιστικές οργανώσεις και είχε συμμετάσχει σε αντιπαγκοσμιοποιητικές διαδηλώσεις, ήταν, από τα τέλη του 2001, ταμίας της Λίγκας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της Ναντέρ [Σημείωση του Γάλλου εκδότη]. [Να θυμίσουμε ότι ο Ρισάρ Ντυρν ήταν 33 ετών και πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών και Ιστορικών σπουδών. (Σ.τ.Ε.))]