♫♪ We’ll leave our tracks untraceable now ♫♪
In memoriam: Ράκος "Lumpen" Κουρελάριος: 21/7/2010-30/6/2013
Να ζήσουμε να τον ξεχάσουμε!
Ευχαριστώ σας!
♫♪ άρμεγε με τα μάτια του το φως της οικουμένης ♫♪
In memoriam: Ουτόπιος Ματριξιανός: 1/7/2013-15/5/2014
Να ζήσουμε να τον ξεχάσουμε και δαύτον!
Οι λοιποί συγγενείς ;-)

Κι όπως είχε πει κι ο Τιγράνης…

19 Ιουνίου 2014 Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα

Ενημέρωση 8-7-2014 Ο παλιός αγαπητός διαδικτυακός φίλος Vrennus, με επανέφερε -και σωστά!- στην τάξη, στέλνοντάς μου το σχετικό απόσπασμα απ’ το βιβλίο του Αππιανού, όπου είναι σαφές ότι ο Τιγράνης αναφερόταν στα ρωμαϊκά και όχι στα δικά τους [και του Μιθριδάτη] στρατεύματα:

Καὶ αὐτῷ τότε πρῶτον Μιθριδάτης ἐς ὄψιν ἐλθὼν συνεβούλευε μὴ συμπλέκεσθαι Ῥωμαίοις, ἀλλὰ τῷ ἱππικῷ μόνῳ περιτρέχοντα καὶ τὴν γῆν λυμαινόμενον ἐς λιμὸν αὐτούς, εἰ δύναιτο, περικλεῖσαι, ᾧ τρόπῳ καὶ αὐτὸς ὑπὸ Λευκόλλου περὶ Κύζικον ἀμαχὶ κάμνων τὸν στρατὸν ἀπολέσαι. Ὁ δὲ γελάσας αὐτοῦ τὴν στρατηγίαν, προῄει συνεσκευασμένος ἐς μάχην· καὶ τὴν Ῥωμαίων ὀλιγότητα ἰδὼν ἐπέσκωψεν οὕτως· « Εἰ μὲν πρέσβεις εἰσὶν οἵδε, πολλοί, εἰ δὲ πολέμιοι, πάμπαν ὀλίγοι. »

Ευχαριστώ φίλε! Εκείνο το “επέσκωψεν” σκέτο κέντημα!

 


 

 

… αντικρύζοντας τις ρωμαϊκές λεγεώνες…

“Είναι λίγοι για στρατός, αλλά πολλοί για να είναι μόνον μια πρεσβεία”.

*    *   *

Δεν ήτο ο Μιθριδάτης εκείνος που ελάλησεν [με την προμοδέρναν έννοιαν του όρου] την ως άνω φράσιν, αλλ’ ο σύμμαχος και γαμβρός του Τιγράνης, όστις ειδών τα ρωμαϊκά στρατεύματα, όπως μας πληροφορεί ο Αππιανός, ανέκραξεν:

“εἰ μὲν πρέσβεις εἰσὶν οἵδε, πολλοί, εἰ δὲ πολέμιοι, πάμπαν ὀλίγοι.”

Ωστόσο, τίποτε δεν εμπόδισε τον Μέγα Βασιλέα των Αρμενίων Τιγράνη Β΄ από την οδυνηρή ήττα στη μάχη των Τιγρανοκέρτων [6 Οκτωβρίου 69 π.Χ.]

Ο Αππιανός προφανώς αντέγραψε την φράσιν εκ του Πλουτάρχου [Βίος Λουκούλλου].

Ηθικόν δίδαγμα: πάω να διαβάσω ανεστραμμένα την Εικονομία…

 

*  *  *

[11-10-2008] Ξανά-μανά επαναλήψεις…

*  *  *

Για περαιτέρω μελέτη, τα δύο τεύχη της Εικονομίας κι αυτό το φυλλάδιο:

Doors of Perception

15 Ιουνίου 2014 Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα

Αν οι πόρτες της αντίληψης καθαρίζονταν, το καθετί θα παρουσιαζόταν στον άνθρωπο όπως πραγματικά είναι: άπειρο.

William Blake [1757-1827]


There are things known and there are things unknown, and in between are the doors of perception.

Aldous Huxley [1894-1963]


Aldous Huxley took the name of one of his most famous works, The Doors of Perception, from this work, which in turn also inspired the name of the American rock band The Doors. Huxley’s contemporary C. S. Lewis wrote The Great Divorce about the divorce of Heaven and Hell, in response to Blake’s Marriage.

Πηγή: The Marriage of Heaven and Hell


carlosquote

[...] Γύρισα να κοιτάξω τον κύριο Αμπελάρ. Ένοιωθα τους μύες της πλάτης μου τεντωμένους, έτσι όπως συνήθιζαν να είναι όποτε ήμουν νευρική. “Ποιες είναι τελικά οι προθέσεις σας;”, ρώτησα.

Ο κύριος Αμπελάρ έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου. Με κοίταξε με ένα ιδιαίτερα ψυχρό βλέμμα. “Το μόνο πράγμα που θέλω, από την πρώτη στιγμή που σε συνάντησα, είναι το ίδιο με αυτό που σου έκανα εκείνη τη νύχτα”, αποκρίθηκε με σοβαρό ύφος. “Θέλω να ανοίξω την πόρτα της καθημερινής πραγματικότητας και να σε σπρώξω προς την ελευθερία”.

Οι λέξεις του και η συμπεριφορά του εξαπέλυσαν έναν πλούτο συναισθημάτων. Από τότε που μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου, πάντα κοιτούσα έξω από τα παράθυρα, πάντα μού άρεσαν οι δρόμοι. Ένοιωθα ότι υπήρχε κάποιος ή κάτι στη γωνία που με περίμενε. Πάντα είχα προμηνύματα και τάσεις φυγής, αν και δεν ήξερα από τι ήθελα να ξεφύγω. Το ίδιο συναίσθημα με υποχρέωσε να ακολουθήσω την Κλάρα προς άγνωστη κατεύθυνση. Αυτό με εμπόδισε να φύγω, παρ’ όλο το βαρύ φορτίο των καθηκόντων μου. Ενώ ατένιζα το βλέμμα του κυρίου Αμπελάρ, ένα κύμα ευδαιμονίας με συνεπήρε. Τουλάχιστον ήξερα ότι είχα βρει εκείνο που ζητούσα. Εντελώς παρορμητικά, αισθάνθηκα αγνή στοργή για τον κύριο Αμπελάρ και του φίλησα το χέρι. Από τα βάθη της καρδιάς μου, ψιθύρισα κάτι που δεν θα μπορούσε να έχει λογική αλλά μόνο συναισθηματική αξία. “Είσαι και για μένα το ναγουάλ”, είπα.

Τα μάτια του έλαμπαν από χαρά που τελικά φτάσαμε να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλον. Μου χάιδεψε τα μαλλιά με στοργικό τρόπο και όλοι οι καταπιεσμένοι φόβοι μου βρήκαν εκρηκτική διέξοδο σε ένα χείμαρρο σπαρακτικών δακρύων.

Η Κλάρα σηκώθηκε και μου έδωσε ένα χαρτομάντηλο. “Ο μόνος τρόπος για να σε κάνουμε να ξεφύγεις από αυτή την αξιοθρήνητη κατάσταση είναι να σε κάνουμε να θυμώσεις ή να σκεφτείς”, είπε. “Θα κάνω και τα δύο λέγοντάς σου αυτό και μόνο. Όχι μόνο ήξερα πού ακριβώς θα σε έβρισκα στην έρημο, αλλά…”, είπε, “θυμάσαι εκείνο το αποπνικτικό διαμέρισμα που έμενες; Λοιπόν, το διαμέρισμά σου και ολόκληρο το κτήριο ανήκει στην ξαδέλφη μου”.

Την κοίταξα χωρίς να μπορώ να αρθρώσω λέξη. Τα γέλια του κυρίου Αμπελάρ και της Κλάρας αντήχησαν σαν τεράστια έκρηξη μέσα στο κεφάλι μου. Τίποτε άλλο δεν θα μπορούσε να μου δημιουργήσει μεγαλύτερη έκπληξη. Καθώς το αρχικό μου μούδιασμα καταλάγιασε, αντί να θυμώσω, ένοιωσα δέος με την εκπληκτική ακρίβεια των κινήσεών τους και με το μεγαλείο του ελέγχου τους.

Τελικά, συνειδητοποίησα ότι στην πραγματικότητα δεν έλεγχαν εμένα, αλλά τους ίδιους τούς εαυτούς τους.

Taisha Abelar, Το Πέρασμα των Μάγων, σ. 174-175.

 

  • Ο “κύριος Αμπελάρ” είναι ο δον Χουάν Μάτους. Η Κλάρα ήταν μέλος της δικής του ομάδας “ταξιδευτών”. Η Taisha Abelar ήταν μέλος της [δεύτερης] ομάδας “ταξιδευτών” του Κάρλος Καστανέντα. Το γιατί η Taisha υιοθέτησε ως επώνυμο το ψευδώνυμο του δον Χουάν είναι μια άλλη ιστορία…

 

William Blake: “On Perception” [1-10-2012]

 

 

 

 

Jean-Claude Michéa: “Η Αυτοκρατορία των Μητέρων” [ενημερωμένο μετά σημειώσεων]

11 Ιουνίου 2014 Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα

michea-ex-el

 

Ακολουθεί ένα απόσπασμα [σελ. 156-161] από το βιβλίο του Jean-Claude Michéa, Η Αυτοκρατορία του Μικρότερου Κακού – Δοκίμιο για τον Φιλελεύθερο Πολιτισμό, μετ. Άγγελος Ελεφάντης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2008.

Οι υπογραμμίσεις με πλάγια του συγγραφέα, οι υπογραμμίσεις με έντονα δικές μου, όπως και η παραγραφοποίηση.

Παρέλειψα έξι “βιβλιογραφικού τύπου” σημειώσεις του συγγραφέα, καθώς και τρία εκτεταμένα “σχόλια/σημειώσεις” του [με τα γράμματα Ε, ΣΤ και Ζ], που ίσως τα προσθέσω κάποια στιγμή.

Ο τίτλος του ποστ “ελαφρώς” αυθαίρετος. Θα το διαβάσετε…


 

 Jean-Claude Michéa

 

Η Αυτοκρατορία των Μητέρων

 

[...] Μένει να διαλευκάνουμε, υπ’ αυτές τις συνθήκες, ένα μυστήριο. Δεδομένου ότι η τεράστια αξία της αναρχικής παράδοσης συνίσταται στο ότι έφερε στο φως το ζήτημα της έδρασης της επιθυμίας για εξουσία σε ατομικά αίτια (εκείνα που εμπλέκουν προσωπικά ένα υποκείμενο στις πράξεις του, θέτοντας έτσι υπό διακύβεση την ηθική του αξία), πώς λοιπόν να εξηγήσει κανείς ότι η πολύτιμη εργασία ανάλυσης στο πλαίσιο της αναρχικής παράδοσης, στις περισσότερες περιπτώσεις σταμάτησε στα μισά του δρόμου;

Από τον 19ο αιώνα και μετά, όλες οι “πατριαρχικές” μορφές κυριαρχίας έχουν ευρέως περιγραφεί και αναιρεθεί, ως το σημείο να καταντήσουν ξεπλυμένη κοινοτοπία της κοινωνικής κριτικής και των gender studies.

Αντίθετα, δεν θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο για τις μορφές χειραγώγησης και υπαγωγής του άλλου, που βρίσκουν το ασυνείδητο μοντέλο τους στη μητρική επιρροή.

Μια τέτοια “επιλησμοσύνη” είναι ιδιατέρως παράξενη. Πράγματι, η προσοχή της κοινωνικής κριτικής ήρθε να εστιάσει το ενδιαφέρον της, σχεδόν αποκλειστικά, σ’ αυτήν την τροπικότητα της κυριαρχίας, τη συγκεκριμένη εκείνη χρονική στιγμή που η δυναμική των σύγχρονων κοινωνικών άρχισε να υπονομεύει τα πολιτιστικά θεμέλια των παλαιών πατριαρχικών συνθέσεων [σημ. 171] – καθιστώντας αφερέγγυες όλες τις αναφορές σε ένα συμβολικό νόμο, προς όφελος των μηχανισμών του Δικαίου και της Αγοράς. [σημ. 172]

*

Αυτό το μοντέρνο μυστήριο καθίσταται ακόμη πιο πυκνό εξαιτίας της προφανούς απάρνησης που προϋποθέτει.

Ο καθένας έχει την ευκαιρία να επαληθεύει καθημερινά ότι η κατάργηση του Συμβολικού Νόμου δεν οδηγεί ποτέ από μόνη της στον θρίαμβο μιας χαρούμενης και λυτρωτικής ελευθερίας.

Όπως δε δικαίως υπενθυμίζει ο Σλάβοϊ Ζίζεκ [Slavoj Zizek], “η άμπωτις της παραδοσιακής πατριαρχικής εξουσίας (ο Συμβολικός Νόμος) συνοδεύεται από το ανησυχητικό δίδυμό του, το Υπερεγώ”. [σημ. 173]

Αυτή δε η έννοια του Υπερεγώ, για την οποία ο Ζίζεκ χρωστά περισσότερα στον Λακάν παρά στον Φρόυντ, είναι, από τη σκοπιά που μας απασχολεί, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

“Το Υπερεγώ -γράφει ο Ζίζεκ- πρέπει απολύτως να αντιπαραταχθεί απέναντι στον Συμβολικό Νόμο. Ο Συμβολικός Νόμος το αντιλαμβάνεται και το ανέχεται σιωπηλά. Εξωθεί μάλιστα να γίνει αυτό που το άμεσο ρήμα του απαγορεύει να γίνει (όπως στην περίπτωση της μοιχείας), ενώ η προσταγή τού διατάσσοντος την απόλαυση Υπερεγώ – χάρη στη σαφήνεια αυτής της διαταγής- εμποδίζει το υποκείμενο να ανταποκριθεί σ’ αυτήν με τρόπο πολύ πιο σίγουρο από οποιαδήποτε απαγόρευση”.

Για να εξεικονίσει αυτή τη θεμελιακή διάκριση, ο Ζίζεκ δίνει το ακόλουθο παράδειγμα:

“Μια γονεϊκή φιγούρα που είναι απλώς “καταπιεστική”, με τον τρόπο της συμβολικής αυθεντίας, θα πει στο παιδί της: “Πρέπει να πας στα γενέθλια της γιαγιάς σου και να φερθείς καλά, ακόμα κι αν πλήττεις του θανατά – δεν θέλω να ξέρω αν το επιθυμείς ή όχι, αλλά οφείλεις να πας!”

Αντίθετα η φιγούρα-Υπερεγώ θα πει στο ίδιο παιδί: “Παρόλο που ξέρεις καλά πόσο πολύ η γιαγιά σου επιθυμεί να σε δει, δεν οφείλεις να το κάνεις παρά μόνο αν αληθινά το επιθυμείς – ειδάλλως, καλά θα έκανες να μείνεις σπίτι!”

Η πονηριά του Υπερεγώ συνίσταται,, επομένως, στο να κάνει πιστευτή αυτή την πλαστή όψη της ελεύθερης επιλογής η οποία, όπως κάθε παιδί το ξέρει, στην πραγματικότητα είναι μια αναγκαστική επιλογή που συνεπάγεται μια διαταγή ακόμη πιο ισχυρή: όχι μόνον “οφείλεις να επισκεφτείς τη γιαγιά σου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η επιθυμία σου”, αλλά “οφείλεις να το κάνεις και επιπλέον οφείλεις να χαίρεσαι που θα το κάνεις!”

Το Υπερεγώ διατάσσει να απολαμβάνεις αυτό που οφείλεις να κάνεις.

Απόδειξη είναι το τι θα συνέβαινε, αν το καημένο το παιδί, πιστεύοντας ότι του προτείνουν αληθινά να επιλέξει ελεύθερα, απαντούσε “Όχι”. Μαντεύουμε εκ των προτέρων την απάντηση των γονιών: “Μα πώς μπορείς και αρνείσαι! Πώς μπορείς να είσαι τόσο κακός! Τι έκανε η καημενούλα η γιαγιά σου και δεν την αγαπάς;” [σημ. 174]

Μετά απ’ αυτές τις τόσο εύγλωττες περιγραφές του παραδείγματός του, μας εκπλήσσει, λοιπόν, που ο Ζίζεκ περιορίζεται στο εν λόγω κείμενο να επικαλεσθεί μια “φιγούρα γονεϊκή” γενικώς, ενώ ο τρόπος λειτουργίας της φιγούρας-Υπερεγώ, έτσι όπως την περιγράφει, βρίσκει ολοφάνερα προνομιακή ενσάρκωση σε μια φιγούρα πολύ πιο συγκεκριμένη: της “κακιάς μητέρας”, κτητικής και ευνουχιστικής.

Εκεί που η “πατριαρχική” παραποίηση της πατρικής εξουσίας ουσιαστικά διατάσσει την υπακοή του υποκειμένου στον νόμο τον οποίο ο τυραννικός “πατέρας” διατείνεται ότι ενσαρκώνει, η “μητριαρχική” επιθυμία ισχύος εμφανίζεται, πράγματι, με μορφές πολύ διαφορετικές αλλά και πολύ πιο αποπνικτικές.

Επιβάλλει ως χρέος την άνευ όρων αγάπη του υποκειμένου και, ως εκ τούτου, λειτουργεί καταρχήν προς την κατεύθυνση της ενοχοποίησης και του συναισθηματικού εκβιασμού, με άπειρους τρόπους και αποχρώσεις: παράπονο, επιτίμηση, κατηγορία.

Η πρώτη μορφή επιρροής επιβάλλει μια τάξη κυρίως πειθαρχική, επιτάσσοντας την ολική υποταγή του υποκειμένου ως προς την εξωτερική συμπεριφορά του. Η δεύτερη καθιερώνει έναν έλεγχο απείρως πιο ριζικό και χωρίς κανένα καθορισμένο όριο. Απαιτεί, πράγματι από το υποκείμενο να υποχωρεί ως προς την επιθυμία του και να προσχωρεί με όλη του την ύπαρξη στην ζητούμενη υποταγή, επί ποινή να δει τον εαυτό του να καταστρέφεται μπροστά στην αυτοεκτίμησή του. Κι αυτό γιατί η άρνησή του να αποδεχθεί αυτή την ολοκληρωτική κυριαρχία πάνω στην ίδια του τη ζωή δεν θα μπορούσε παρά να σημαίνει την ένοχη ανικανότητά του να ανταποδώσει τις αντίστοιχες θυσίες που έγιναν γι’ αυτό.

Αυτή η διαφορά αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει την τεράστια δυσκολία που υπάρχει πάντοτε στο να συλλάβει κανείς μια υφιστάμενη κυριαρχία ως τέτοια, όταν ασκείται με τρόπο “μητρικό”.

Ενώ, λοιπόν, η πειθαρχική τάξη είναι, εξ ορισμού, πάντοτε μετωπική (πράγμα που καθιστά δυνατή τη συνειδητοποίηση της καταπίεσης που το υποκείμενο έχει δεχθεί και συνάμα την εξέγερση ενάντια σ’ αυτή την τάξη πραγμάτων), ο “μητριαρχικός έλεγχος”, που ασκείται σε ένα υποκείμενο “για το καλό του” και στο όνομα της “αγάπης” που του δείχνουμε, τείνει να λειτουργεί με μορφές πολύ πιο κυκλωτικές και ύπουλες.

Έτσι το υποκείμενο αναπόφευκτα καταφέρεται κατά του εαυτού του για την αχαριστία που επιδεικνύει και για την ηθική του δολιότητα [Ε].

Από εδώ απορρέει μια θεμελιώδης πολιτική συνέπεια ως προς την ανάλυση των σύγχρονων κοινωνιών.

Οι “πατριαρχικοί” μηχανισμοί επιρροής (αυτοί που μιμούνται την πατρική εξουσία στη λειτουργία της ως τρίτου που διαχωρίζει τη μητέρα από το παιδί [tiers séparateur]), είναι γενικώς δυνατόν να προσλαμβάνονται, χωρίς δυσκολία, από το σύνολο των πρωταγωνιστών. Εκείνος ή εκείνη [ΣΤ] που λειτουργεί κατά τον “πατριαρχικό” τρόπο γνωρίζει τέλεια ότι απολαμβάνει την εξουσία. Αλλά εκείνοι πάνω στους οποίους ασκείται αυτή η εξουσία εξαπατώνται ως προς αυτή την απόλαυση που οφείλουν να αντιμετωπίσουν.

Αντίθετα, οι μορφές “μητριαρχικής” επιρροής (στις οποίες πολλοί άνδρες έχουν γίνει πλέον εξπέρ) είναι ασύγκριτα πιο δύσκολο να γίνουν αντιληπτές και να κατονομασθούν ως τέτοιες, τόσο από εκείνες και εκείνους που τις υφίστανται όσο και από εκείνες και εκείνους που τις ασκούν.

Όπως η εμπειρία μάς το αποδεικνύει συνεχώς, είναι ψυχολογικά αδύνατο για μια κτητική μητέρα (ή για οποιοδήποτε υποκείμενο που προορίζεται να λειτουργεί σύμφωνα με αυτές τις τροπικότητες) να ζήσει την παθιασμένη της βούληση ισχύος διαφορετικά απ’ ό,τι με μια παραδειγματική μορφή της αγάπης και της θυσιαστικής αφοσίωσης.
[σημ. 175]

Αναπόφευκτα, λοιπόν, η ορατή χειρ της πατριαρχικής εξουσίας καταλήγει να αφήνει στη σκιά την αόρατο χείρα της μητριαρχικής κυριαρχίας και να συγκεντρώνει πάνω της όλες τις αμφισβητήσεις της καταναγκαστικής εξουσίας [Ζ].

Προφανέστατα, σε αυτή τη μέγιστη διαφορά πρέπει να αναζητηθούν οι έσχατες αιτίες της πανάρχαιας πολιτικής απώθησης της αυτοκρατορίας των μητέρων. [...] [σημ. 176]

 

 


 

Σημειώσεις του συγγραφέα [Τα links δικά μου - Ρ.Κ.]

171. Στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Μαρξ υπενθυμίζει ότι “παντού όπου κατέκτησε την εξουσία” η αστική τάξη “ποδοπάτησε τις πατριαρχικές σχέσεις”. Ακόμη αναρωτιόμαστε πώς ορισμένοι “μαρξιστές” κατάφεραν να δουν στην “πατριαρχία” τη συνθήκη της καθημερινής λειτουργίας των καπιταλιστικών σχέσεων.

172. Δεν θα παραλείψουμε να χαιρετίσουμε εδώ τις θαρραλέες αναλύσεις του Μισέλ Σναϊντέρ (Michel Schneider), παρόλο που ο ακατάλληλος ορισμός που δίνει για τον φιλελευθερισμό τον οδηγεί περιέργως να βλέπει στον θρίαμβο της Big Mother ένα κατόρθωμα του “σοσιαλισμού” και όχι της ίδιας της φιλελεύθερης νεωτερικότητας. Όπως υπενθυμίζει ο Ζίζεκ, στην ανελέητη ανάλυση που κάνει για τον φιλελευθερισμό του Μπιλ Γκαίητς, “η φιγούρα της κυριαρχίας με την οποία έχουμε να κάνουμε δεν είναι πια εκείνη του παλιού οιδιπόδειου γηραλέου αφέντη” ( Slavoj Zizek, Le sprectre rode toujours. Actualite de Manifeste du Parti communiste, γαλλική μτφρ. Laurent Jeanpierre, Nautilus, 2002, σ. 20).

173. Στο ίδιο, σ. 29.

174. Στο ίδιο, σσ. 29-30.

175. Αυτό που η μοντέρνα πολιτική φιλοσοφία δεν κατάφερε γενικώς να δει, κατάφερε να το αποκαλύψει η λογοτεχνία, όπως πάντοτε ήξερε να το κάνει, με τα δικά της προσίδια όπλα. Πράγματι, δεν υπάρχει πιθανόν περιγραφή πιο ακριβής (και πιο ανατρεπτική) της ασυνείδητης βούλησης ισχύος μιας γυναίκας-μητέρας απ’ αυτήν που κάνει ο Λούντβιχ Λιούισον (Ludwig Lewisohn) στο μεγαλειώδες μυθιστόρημά του Le Destin de Mr. Crump (Phebus, σειρά libretto, 1996) (που ο Φρόυντ θεωρεί “ασύγκριτο αριστούργημα”). Γραμμένο στα μέσα της δεκαετίας του 1920, αυτό το καθηλωτικό μυθιστόρημα το αρνήθηκαν όλοι οι αμερικανικοί εκδοτικοί οίκοι και ο συγγραφέας του λασπολογήθηκε, με την πρόφαση ότι προσέβαλε το συζυγικό ζεύγος και τις εθνικές αρετές. Εκδόθηκε, εν τέλει, στη Γαλλία με πρόλογο του Τόμας Μαν [The Case of Mr. Crump, Edward W. Titus, Παρίσι 1926 (Σ.τ.Ε.)], ενώ επετράπη να εκδοθεί στις ΗΠΑ μόνον το 1947 (και μάλιστα σε εκδοχή λογοκριμένη). Ο τρόπος με τον οποίο η εποχή υποδέχθηκε αυτό το μυθιστόρημα (και ο περιορισμένος αριθμός αναγνωστών που έμελλε να έχει ως τις ημέρες μας) αξίζει, προφανώς, όλες τις δυνατές κλινικές επιβεβαιώσεις.

176. Βλ. François Vigougoux, L’Empire des méres, PUE, 1998.

 


 

Σημειώσεις/Σχόλια του συγγραφέα

[Ε]

 

Είναι φανερό ότι ο πολιτικός έλεγχος που άσκησαν οι ολοκληρωτικές κοινωνίες (που είναι διαφορετικός από εκείνον που ασκούν οι κλασικές δικτατορίες) είναι θεμελιωδώς μητρικού τύπου: εξ ου και ο κεντρικός ρόλος που διαδραματίζει η αυτοκριτική και η αυτο-κατηγορία, καθώς και η διαρκής υποχρέωση, που τόσο καλά περιέγραψε ο Όργουελ στο 1984, να αγαπάς τον υπέρτατο αρχηγό.

Πρέπει ωστόσο να αποσαφηνισθεί ότι οι δύο τρόποι κυριαρχίας μπορούν τέλεια να υπάρχουν στους κόλπους του ίδιου συστήματος.

Ο “πατριωτισμός” των παραδοσιακών πατριαρχικών κοινωνιών συνήθως δεν είναι παρά ένας απλός μητριαρχισμός.

Όπως γράφει ο Ερίκ Ντεμόν “το ζήτημα του φύλου της πολιτείας -“η μητέρα πατρίδα”, πραγματικός κοινός τόπος της ιδεολογίας pro patria mori [υπέρ πατρίδος θάνατος]- δεν είναι κούφια λόγια. Εφόσον το να πεθάνει κανείς για την πατρίδα παρουσιάζεται ως πράξη αγάπης, λογικά δεν μπορεί παρά να συσχετίσουμε την πατρίδα -και όχι το κράτος ως φιγούρα του πατέρα- με τα παιδιά της.

Εννοείται πως η ψυχανάλυση προσφέρει εδώ ένα χρήσιμο κλειδί ερμηνείας: η μεταβίβαση στη μητέρα-πατρίδα της φροντίδας να εφαρμόσει τον πατρικό νόμο (δηλαδή τον νόμο του κράτους) υλοποιεί, εκ των πραγμάτων, τον αποκλεισμό του πατέρα, του οποίου ο ρόλος συνίσταται, ακριβώς, στο να απαγορεύσει την αιμομιξία. Αφού, λοιπόν, το “κρατικο-πατερναλιστικό” εμπόδιο αναιρείται από τον πατριωτικό λόγο, η πράξη αγάπης μεταξύ των παιδιών και της μητέρας, που συντελείται μέσα από τον θάνατο στο πεδίο της μάχης, μπορεί πλέον να θεωρηθεί δυνατή. Καθιερώνεται, ως εκ τούτου, μια σχέση μαζοχιστική -που αποκλείει τον πατέρα- μεταξύ της πατρίδας και των παιδιών, που τα κάνει να επιθυμούν, για να αποδείξουν την αγάπη τους, τον ηρωικό θάνατο και το μερίδιό τους στα βάσανα”. [σημ. 189: Éric Desmons, Mourir pour la patrie?, ό.π., σ. 10].

 

 [ΣΤ]

 

Για να αποφύγουμε κάθε παρεξήγηση, είναι αναγκαίο να αποσαφηνίσουμε εδώ δύο σημεία.

Πρώτον, η κτητική μάνα δεν κυριαρχεί πάνω στα ανθρώπινα παιχνιδάκια της ως γυναίκα, αλλά ακριβώς ως μητέρα.

Δεύτερον, η ευνουχιστική επιρροή ασκείται προφανώς και στα δύο φύλα. Απ’ αυτό προκύπτει ότι για να κυριαρχήσει κανείς πάνω στον άλλο με μητρικό τρόπο δεν είναι καθόλου αναγκαίο να είναι γυναίκα, και συνάμα ότι το να είναι γυναίκα δεν συνεπάγεται καθόλου ότι η γυναίκα αυτή θα γίνει μια κτητική μάνα.

Δεν τίθεται, λοιπόν, θέμα να αρνηθεί κανείς ό,τι απομένει εν ισχύ από την “ανδρική κυριαρχία” στις φιλελεύθερες κοινωνίες μας (στο σημείο αυτό ο φεμινιστικός αγώνας ποτέ δεν έπαψε να είναι θεμιτός).

Ωστόσο, το να περισταλεί η διαλεκτική των συγκεκριμένων σχέσεων μεταξύ των των σύγχρονων ανδρών και γυναικών σε αυτή μόνον τη διάσταση (απωθώντας έτσι την ίδια την ιδέα ότι μια μητρική τυραννία είναι επίσης δυνατή) αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από απλή διανοητική πλάνη.

Είναι σχεδόν πάντα η ασυνείδητη προσωπική ομολογία μιας επώδυνης υποταγής στην ίδια μας τη μητέρα (και, αντιστοίχως, ομολογία της μικρής αποτελεσματικότητας που είχε ο πατέρας μας -εφόσον υπήρχε- ως προς την πραγμάτωση των διαχωριστικών λειτουργιών που ήταν οι δικές του). Για το ζήτημα αυτό βρίσκουμε μια πολύ έγκριτη επισκόπηση στο άρθρο του Βέλγου ψυχίατρου και ψυχαναλυτή Ζαν-Πιέρ Λεμπρέν: Jean-Pierre Lebrun, “Richard Durn ou les morts pour le dire”, Psychologie clinique, Harmattan, 2004, όπως και στο βιβλίο του Perversion ordinaire, που αναφέρθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο.

 

[Ζ]

 

 

Σε μια φιλελεύθερη κοινωνία είναι πάντοτε, εξ ορισμού, πολύ πιο δύσκολο να αντιληφθούμε την αόρατο χείρα της Αγοράς απ’ ό,τι την ορατή χείρα του Κράτους, παρόλο που η εξουσία που η αόρατος χειρ ασκεί πάνω στη ζωή των ατόμων είναι ποικιλοτρόπως πιο ανεπτυγμένη.

Το να παρατηρήσει κανείς ότι υπάρχουν συνεχείς αστυνομικοί έλεγχοι δεν απαιτεί καμιά ιδιαίτερη πνευματική ευστροφία. Άρα βρίσκεται στην εμβέλεια του οιουδήποτε ανθρώπου της Αριστεράς.

Το να αναγνωρίσει, αντίθετα, την επιρροή που ασκεί, για παράδειγμα, το Google πάνω στους ανθρώπους της εποχής μας αποτελεί μια διεργασία απείρως πιο περίπλοκη για ένα άτομο που έχει από πάντα υπαχθεί στις τεχνικές του μητρικού ελέγχου: “Google Big Brother;”. Για τον Ολιβιέ Αντρέ (Olivier Andrieu), ειδικό των κινήτρων έρευνας, η υποψία είναι βάσιμη.

“Το Google συλλέγει μια αφάνταση μάζα δεδομένων. Με γνωρίζουν καλύτερα απ’ όσο εγώ τον εαυτό μου – εξηγεί. Ως εκ τούτου, αν χρησιμοποιείτε το σύνολο των υπηρεσιών που σας προσφέρει, το Google αναλύει τις αναζητήσεις σας, αλλά και το περιεχόμενο των e-mails σας (Gmail), τα βίντεο που βλέπετε (YouTube), το περιεχόμενο του υπολογιστή σας (Google Desktop), αυτά που αγοράζετε (μέσω του μηχανισμού σύγκρισης τιμών Froogle) κ.λπ. Δεδομένα που χρησιμοποιούνται για να προσφερθούν σε όσους ζητούν χώρο διαφήμισης και οι οποίοι στοχεύουν ολοένα και σε πιο εξειδικευμένο κοινό. Το Google προβλέπει ακόμα, για το μέλλον, να στηριχθεί στον γεωγραφικό εντοπισμό του διαδικτυακού επισκέπτη, και πρόσφατα κατοχύρωσε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για μια νέα, αναδυόμενη τεχνολογία που αναλύει τη συμπεριφορά των παικτών on line, ώστε να διακινεί στα βιντεοπαιχνίδια διαφημίσεις που αντιστοιχούν στο ψυχολογικό προφίλ των παικτών” (βλ. εφημερίδα Journal du Dimanche, 27 Μαΐου 2007).

Παρά ταύτα, είναι δύσκολο να φαντασθούμε τη σύγχρονη Αριστερά και τη σύγχρονη άκρα Αριστερά (πάντοτε έτοιμες να αγανακτήσουν για τον παραμικρό αστυνομικό έλεγχο που γίνεται σε κάποιον σιδηροδρομικό σταθμό των προαστίων) να καλέσουν κάποτε τις λαϊκές τάξεις να εξεγερθούν ενάντια σε έναν τέτοιου τύπου έλεγχο ή απλώς εναντίον αυτής της πανταχού παρούσης διαφημιστικής προπαγάνδας, χωρίς την οποία το καπιταλιστικό ντρεσάρισμα των ανθρώπων θα έμενε λέξη κενή.

 

 

 

 

 

 

 

Τρία “επίκαιρα” σχόλια

27 Μαΐου 2014 Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα

► «Αυτή η τόσο τέλεια δημοκρατία προτιμάει να κριθεί σε σχέση με τους εχθρούς της παρά σε σχέση με τα αποτελέσματά της.»

(Γκυ Ντεμπόρ, Σχόλια πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος)

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _

► «Σήμερα, αντίθετα, ο σύγχρονος διανοούμενος της Αριστεράς, που περιφέρεται με την εξωφρενική αλαζονεία του μποέμ αστού, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να παραβιάζει θύρες ανοιχτές ήδη από τους προγενέστερούς του και να διασκεδάζει την ευνόητη πλήξη του επινοώντας, για κάθε περίπτωση, φανταστικούς κινδύνους, όπως κάνουν, άλλωστε, όλα τα παιδιά στον κόσμο

(Ζ. Κ. Μισεά, Το Αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ, σ. 26)

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _

«Με άλλα λόγια, αυτό που, ακόμα και στις μέρες μας, ονομάζουμε Αριστερά αρδεύεται από την ίδια, ακριβώς, φιλοσοφική πηγή με τον σύγχρονο φιλελευθερισμό – (και, άλλωστε, δεν θα ήταν καθόλου παράλογο να υποστηρίξει κανείς ότι ο Τυργκό και ο Άνταμ Σμιθ ήταν, ήδη, στην εποχή τους, άνθρωποι της Αριστεράς).

Η ύπαρξη, ακριβώς, αυτής της αρχέγονης μήτρας, κοινής στη σκέψη της Αριστεράς και στον Φιλελευθερισμό του Διαφωτισμού, εξηγεί, κατά την άποψή μου, τις αιτίες που οδήγησαν την πρώτη στο να επικυρώνει επί της ουσίας το πνεύμα του δεύτερου, παρόλο που συχνά (τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα) επιθυμεί να τον τροποποιεί (ή να τον ρυθμίζει) στην μία ή την άλλη λεπτομέρεια.

Οι αιτίες αυτές, λοιπόν, δεν συναρτώνται με την ιδιαίτερη ψυχολογία της πλειοψηφίας των ηγετών αυτού του κινήματος (τη χαρακτηριστική αγάπη τους για την εξουσία και τη ροπή προς την προδοσία, που αυτή συνεπάγεται). Είναι θεμελιωδώς “οντολογικές”, συνδέονται δηλαδή με την ίδια τη φύση της Αριστεράς.

Ιδωμένη από αυτή τη σκοπιά, η ιδέα ενός “αντικαπιταλισμού” της Αριστεράς (ή της Άκρας Αριστεράς) θα φάνταζε το ίδιο απίθανη όπως και η ιδέα μιας ανανέωσης ή “επανίδρυσης” του καθολικισμού που θα αγνοούσε τη θεία φύση του Χριστού ή την αθανασία της ψυχής.»

(Μισεά, Το Αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ, σ. 27)

Towards a History of the Critique of Value

20 Μαΐου 2014 Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα

Originally posted on Αθέμιτα://ήπιες μορφές ενάργειας...:

2014-05-12_214853

By Anselm Jappe [1]

Translated by Salvatore Engel-Di Mauro and Alastair Hemmens

In 1991, the Berlin Wall fell and the Soviet Union was about to breathe its last. The euphoria of victory was spreading among those who had always, or for some time at least, been convinced that free markets and Western democracy were the last word in history. For the radical left, including those who never had any illusions about “actually existing socialism,” there was much consternation: Was capitalism really impossible to overcome? Was it necessary to limit themselves from now on to making the occasional modest reform? In this context, the appearance of a German- language book entitled The Collapse of Modernization: From the Fall of Barracks Socialism to World Economic Crisis (Kurz 1991) could not but seem bizarre. Nonetheless, this book, published by a major publishing house, made a substantial impact in a then recently “reunited” Germany…

View original 6,655 more words

Κατηγορίες:Uncategorized
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 62 other followers